Ελληνική κοινότητα των παραλίων Άλπεων

Μελοποιημένος Καβάφης….συνεχίζει να εμπνέει

Μελοποιημένος και τραγουδισμένος ο Καβάφης συνεχίζει να εμπνέει

Επίμονα κ’ η μουσική ιδέα πάει κι έρχεται*

Αναμ­φί­βο­λα ο πλέ­ον με­λο­ποι­η­μέ­νος Έλ­λη­νας ποι­η­τής εί­ναι ο Κων­στα­ντί­νος Π. Κα­βά­φης (1863-1933). Προ­σο­χή! Ο πλέ­ον με­λο­ποι­η­μέ­νος, όχι ο πλέ­ον τρα­γου­δι­σμέ­νος. Υπάρ­χει ση­μα­ντι­κή ει­δο­ποιός δια­φο­ρά ανά­με­σα στους δυο χα­ρα­κτη­ρι­σμούς. Δεν ξε­νί­ζει επο­μέ­νως η συ­χνή εμ­φά­νι­ση ηχο­γρα­φη­μά­των, τα οποία εί­τε πε­ριέ­χουν κά­ποιες με­λο­ποι­ή­σεις ποι­η­μά­των του Αλε­ξαν­δρι­νού, εί­τε εί­ναι εξο­λο­κλή­ρου αφιε­ρω­μέ­να σε αυ­τόν. Ανα­τρέ­χο­ντας στις εκ­δό­σεις ηχο­γρα­φη­μά­των της πε­ρα­σμέ­νης χρο­νιάς (2018), ανι­χνεύ­σα­με στη δι­σκο­θή­κη μας δυο δο­μη­μέ­να εξ ολο­κλή­ρου με με­λο­ποι­η­μέ­να ποι­ή­μα­τα του Κα­βά­φη και ένα στο οποίο η εν λό­γω προ­δια­γρα­φή ορί­ζει τα 5/14 του. Κοι­νό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των τριών εκ­δό­σε­ων: δο­μή­θη­καν με τρα­γού­δια και όχι με σύν­θε­τα έρ­γα. Εντο­πί­σα­με και με­ρι­κά ακό­μη ηχο­γρα­φή­μα­τα τα οποία πε­ριέ­χουν τρα­γού­δια –ένα-δύο συ­νή­θως– πλα­σμέ­να με την ποί­η­σή του. Σύ­νη­θες το φαι­νό­με­νο, ου­δό­λως ξε­νί­ζει.
Η ποί­η­ση του Κα­βά­φη απο­τε­λεί φω­τει­νό και αγα­πη­μέ­νο αντι­κεί­με­νο του πό­θου των Ελ­λή­νων μου­σουρ­γών και τρα­γου­δο­ποιών, μο­λο­νό­τι δεν προ­σφέ­ρε­ται, δεν ευ­νο­εί κά­τι τέ­τοιο. Σπά­νια ακο­λου­θεί τους κα­νό­νες του δε­κα­πε­ντα­σύλ­λα­βου και της ομοιο­κα­τα­λη­ξί­ας, εί­ναι γραμ­μέ­νη σε μια ιδιό­τυ­πη γλώσ­σα σχε­δόν πε­ζο­λο­γι­κή, μείγ­μα κα­θα­ρεύ­ου­σας και δη­μο­τι­κής, ενώ εμπε­ριέ­χει και πολ­λά και ιδιαί­τε­ρα ση­μεία στί­ξης. Πα­ρά ταύ­τα έχουν ασχο­λη­θεί δη­μιουρ­γι­κά μα­ζί της πε­ρισ­σό­τε­ροι από εκα­τό (!) Έλ­λη­νες και ελ­λη­νι­κής κα­τα­γω­γής συν­θέ­τες, οι οποί­οι μά­λι­στα προ­έρ­χο­νται από όλο το φά­σμα της μου­σι­κής, από τον αμι­γώς λό­γιο –και πα­γκο­σμί­ως γνω­στό και παι­νε­μέ­νο, ως αρ­χι­μου­σι­κό– Δη­μή­τρη Μη­τρό­που­λο (1896-1960), έως τον αμι­γώς λαϊ­κό Χρή­στο Νι­κο­λό­που­λο (γενν. 1947). Η ενα­σχό­λη­σή τους με την ποί­η­ση του Κα­βά­φη έχει καρ­πο­φο­ρή­σει, σε διά­στη­μα εκα­τό σχε­δόν χρό­νων πε­ρισ­σό­τε­ρα από 400 μου­σι­κά έρ­γα! Από απλά λαϊ­κά τρα­γού­δια έως κύ­κλους λό­γιων τρα­γου­διών και ογκώ­δη συμ­φω­νι­κά έρ­γα. Η πλειο­νό­τη­τα ωστό­σο των συν­θε­τών και τρα­γου­δο­ποιών που απο­πει­ρά­θη­κε να με­λο­ποι­ή­σει τον ποι­η­τι­κό λό­γο του Κ. Π. Κα­βά­φη κα­τέ­φυ­γε σε σύγ­χρο­νες, πει­ρα­μα­τι­κές εν γέ­νει, τε­χνι­κές (ατο­νι­κό­τη­τα, δω­δε­κα­φθογ­γι­σμός, νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα κ.ο.κ.) ενι­σχύ­ο­ντας την άπο­ψη ότι ο Κα­βά­φης δεν τρα­γου­διέ­ται.
    Ο πρώ­τος, χρο­νι­κά, συν­θέ­της που εμπνεύ­στη­κε από την ποί­η­ση του Κα­βά­φη ήταν ο Δη­μή­τρης Μη­τρό­που­λος. Το 1925 άρ­χι­σε να επε­ξερ­γά­ζε­ται με θαυ­μα­στά πρω­το­πο­ρια­κό τρό­πο τον ποι­η­τι­κό λό­γο και την επο­μέ­νη χρο­νιά εί­χε ολο­κλη­ρώ­σει τις μου­σι­κές πα­ρεμ­βά­σεις του σε δε­κα­τέσ­σε­ρα ποι­ή­μα­τα. Τα δέ­κα από αυ­τά τα τρα­γού­δια εκ­δό­θη­καν ως κύ­κλος με όνο­μα 10 Inventions, ενώ τα υπό­λοι­πα τέσ­σε­ρα πα­ρέ­μει­ναν ανέκ­δο­τα. Έκτο­τε δε­κά­δες Έλ­λη­νες συν­θέ­τες, άλ­λοι λό­γιοι, άλ­λοι λαϊ­κοί, ασχο­λή­θη­καν με την ποί­η­ση του Κα­βά­φη – των Μά­νου Χα­τζι­δά­κι (1925-1994) και Μί­κη Θε­ο­δω­ρά­κη (γενν. 1925) μη εξαι­ρου­μέ­νων. Εξ όσων πά­ντως ασχο­λή­θη­καν επι­στα­μέ­να ανα­φέ­ρου­με τον Θά­νο Μι­κρού­τσι­κο (γενν. 1947), τον Θε­ό­δω­ρο Αντω­νί­ου (1935-2018), τον Γιάν­νη Ιω­αν­νί­δη (γενν. 1930), τον Νι­κη­φό­ρο Ρώ­τα (1929-2004), τον Νί­κο Μα­μα­γκά­κη (1929-2013), τον Γιάν­νη Γλέ­ζο (γενν. 1944), τη Λέ­να Πλά­τω­νος (γενν. 1951), τον Δη­μή­τρη Πα­πα­δη­μη­τρί­ου (γενν. 1959), τον Κώ­στα Ρε­κλεί­τη (γενν. 1975) και δυο άγνω­στους στους πολ­λούς για­τρούς (!), τον χει­ρουρ­γό Σάβ­βα Ι. Κασ­σώ­τη (γενν. 1948) και τον εγκα­τα­στη­μέ­νο στη Στουτ­γάρ­δη πα­θο­λό­γο Αθα­νά­σιο Σί­μο­γλου (γενν. 1954). Ο πρώ­τος με­λο­ποί­η­σε, το 1974, 24 ποι­ή­μα­τα του Κα­βά­φη για φω­νή, πιά­νο, όμποε και βιο­λον­τσέ­λο. Νέα επε­ξερ­γα­σία, το 2005, απέ­δω­σε εκ­δο­χή τους για φω­νή και πιά­νο. Ο κύ­κλος τρα­γου­διών που απο­τε­λούν πα­ρα­μέ­νει ανέκ­δο­τος δι­σκο­γρα­φι­κά μέ­χρι σή­με­ρα. Ο δεύ­τε­ρος άρ­χι­σε να με­λο­ποιεί Κα­βά­φη το 1983. Η πρώ­τη του προ­σπά­θεια εστιά­στη­κε στο ποί­η­μα «Ιθά­κη». Μέ­χρι σή­με­ρα έχει με­λο­ποι­ή­σει 36 ποι­ή­μα­τα του Αλε­ξαν­δρι­νού ποι­η­τή, επι­λέ­γο­ντας από όλες τις κα­τη­γο­ρί­ες: τα ανα­γνω­ρι­σμέ­να, τα ανέκ­δο­τα και τα απο­κη­ρυγ­μέ­να. Όλες οι με­λο­ποι­ή­σεις έχουν γί­νει σε το­νι­κό ιδί­ω­μα, όλες με λό­γιο τρό­πο, στον οποίο, ωστό­σο, ανι­χνεύ­ο­νται μνή­μες λαϊ­κού. Μια πρώ­τη επι­λο­γή, δώ­δε­κα με­λο­ποι­η­μέ­νων ποι­η­μά­των, δι­σκο­γρα­φή­θη­κε στην έκ­δο­ση Shades of Love (The Human Voice, THV 003, 2011), η οποία έγι­νε δε­κτή με εξαι­ρε­τι­κά εγκώ­μια, που αφο­ρού­σαν κυ­ρί­ως το πρω­το­γε­νές υλι­κό. Δώ­δε­κα ακό­μη από τα τρα­γού­δια δι­σκο­γρα­φή­θη­καν στην έκ­δο­ση Return, που ακο­λού­θη­σε την επό­με­νη χρο­νιά (The Human Voice, THV 006, 2012), απο­σπώ­ντας ανά­λο­γα εγκω­μια­στι­κά σχό­λια. Η τρι­λο­γία ολο­κλη­ρώ­θη­κε το 2015 με το ηχο­γρά­φη­μα Theissis το οποίο απο­τε­λεί αυ­το­έκ­δο­ση του μου­σουρ­γού. Η ενα­σχό­λη­ση του συν­θέ­τη με τον Κα­βά­φη δεν εξα­ντλεί­ται ωστό­σο στα τριά­ντα έξι αυ­τά τρα­γού­δια του. Η ερ­γο­γρα­φία του εί­ναι εμπλου­τι­σμέ­νη με την Συμ­φω­νία αρ. 1 σε ντο ελάσ­σο­να, έρ­γο 12 (1983-1986), έρ­γο εμπνευ­σμέ­νο από τον Κ. Π. Κα­βά­φη και αφιε­ρω­μέ­νο σε αυ­τόν, κα­θώς και με το ορα­το­ρια­κής μορ­φής Τα Πλοία της Τέ­χνης, έρ­γο 68 (2012-2013) για 4 φω­νές, με­γά­λη ορ­χή­στρα και χο­ρω­δία, το οποίο εί­ναι βα­σι­σμέ­νο στο αλ­λη­γο­ρι­κό και συμ­βο­λι­κό πε­ζό κεί­με­νο του ποι­η­τή «Τα πλοία» (1894-96). Αξιο­ση­μεί­ω­το εί­ναι το γε­γο­νός ότι και αρ­κε­τοί ξέ­νοι συν­θέ­τες και τρα­γου­δο­ποιοί εμπνεύ­στη­καν από το λό­γο του Κα­βά­φη, ανα­δει­κνύ­ο­ντάς τον, σε αυ­τή την πε­ρί­πτω­ση, και τον πλέ­ον με­λο­ποι­η­μέ­νο από ξέ­νους Έλ­λη­να ποι­η­τή. Εν­δει­κτι­κά ανα­φέ­ρου­με τον Κα­τα­λα­νό Lluís Llach (γενν. 1948), ο οποί­ος το 1975 με­λο­ποί­η­σε την εκ­δο­χή στη γλώσ­σα του, από τον Carles Riba, του ποι­ή­μα­τος «Ιθά­κη», σε μορ­φή σουί­τας με δε­κα­πε­ντά­λε­πτη πε­ρί­που διάρ­κεια, την οποία δι­σκο­γρά­φη­σε στην έκ­δο­ση Viatge a Ítaca – Τα­ξί­δι στην Ιθά­κη, τους Αμε­ρι­κα­νούς Lou Harrison (1917-2003) και Ned Rorem (γενν. 1923) – ο πρώ­τος έχει υπο­γρά­ψει, το 1980, το τρι­με­ρές Scenes from Cavafy – Σκη­νές από τον Κα­βά­φη (για βα­ρύ­το­νο, αν­δρι­κή χο­ρω­δία και σύ­νο­λο γκα­με­λάν, έρ­γο του 1992) και ο δεύ­τε­ρος έχει με­λο­ποι­ή­σει στο έρ­γο του Another Sleep: Nineteen Songs for Medium Voice and Piano – Ένας άλ­λος ύπνος: Δε­κα­εν­νέα τρα­γού­δια για μέ­ση φω­νή και πιά­νο (έρ­γο του 2000) το ποί­η­μα «Πε­ρι­μέ­νο­ντας τους Βαρ­βά­ρους» – τον Άγ­γλο φι­λέλ­λη­να, ορ­θό­δο­ξο κο­σμο­κα­λό­γε­ρο και σερ John Tavener (1944-2013), ο οποί­ος συ­νέ­θε­σε το 1999 το εκτε­τα­μέ­νο επτα­με­ρές έρ­γο Tribute to Cavafy – Αφιέ­ρω­μα στον Κα­βά­φη (για υψί­φω­νο, τε­τρά­φω­νη χο­ρω­δία και κρου­στά), τον Ολ­λαν­δό Peter Schat (1935-2003), ο οποί­ος συ­νέ­θε­σε το 1988, αξιο­ποιώ­ντας ποί­η­ση του Κα­βά­φη, το τρα­γού­δι για τε­νό­ρο και πιά­νο For Lenny, at 70 – Για τον Λέν­νυ, στα 70, αφιε­ρω­μέ­νο στον Leonard Bernstein (1918-1990) για τα εβδο­μη­κο­στά γε­νέ­θλιά του, κα­θώς και τον Γερ­μα­νό Gerhard Stäbler (γενν. 1949), ο οποί­ος την πρώ­τη δε­κα­ε­τία του νέ­ου αιώ­να ασχο­λή­θη­κε εμ­φα­τι­κά με το έρ­γο του ποι­η­τή – σε τέσ­σε­ρα έρ­γα του ανι­χνεύ­ο­νται σχε­τι­κές ανα­φο­ρές!

Από την πλέ­ον πρό­σφα­τη σο­δειά των ηχο­γρα­φη­μά­των που ομνύ­ουν μέ­σω της με­λο­ποί­η­σης στην ποί­η­ση του Κα­βά­φη, πρώ­το εμ­φα­νί­στη­κε, την άνοι­ξη του 2018, το πλέ­ον φι­λό­δο­ξο Θά­θε­λα αυ­τήν την μνή­μη να την πω (PANIK OXYGEN 5200390301601), το οποίο φέ­ρει την υπο­γρα­φή του Στέ­φα­νου Κορ­κο­λή (γενν. 1960, Αθή­να). Ο πο­λύ­πει­ρος συν­θέ­της που έχει υπη­ρε­τή­σει δη­μιουρ­γι­κά ένα ευ­ρύ­τα­το φά­σμα μου­σι­κών αι­σθη­τι­κών, από λαϊ­κά και ποπ τρα­γού­δια έως συμ­φω­νι­κά έρ­γα και έρ­γα για πιά­νο, απο­φά­σι­σε να ανα­με­τρη­θεί με την ποί­η­ση του Αλε­ξαν­δρι­νού με σκο­πό να απο­δεί­ξει ότι αυ­τή τρα­γου­διέ­ται. Και το απέ­δει­ξε! Αφου­γκρά­ζε­ται τους μου­σι­κούς ήχους της ποί­η­σης και τους εκ­μαιεύ­ει με τρό­πο σε­μνό και σε­βα­στι­κό. Έπλα­σε με αυ­τούς τρα­γού­δια που επι­κοι­νω­νούν αμέ­σως με το ακρο­α­τή­ριο, με­τα­φέ­ρο­ντάς του κα­θα­ρό και ευ­διά­κρι­το το λό­γο του ποι­η­τή, και όχι κά­ποια έρ­γα που προ­ο­ρί­ζο­νται για ακρο­ά­σεις πε­ριο­ρι­σμέ­νης εμ­βέ­λειας και από εξει­δι­κευ­μέ­νους απο­δέ­κτες εθι­σμέ­νους στα σύγ­χρο­να, αμ­φί­βο­λης ποιό­τη­τας, μου­σι­κά μη­νύ­μα­τα. Έπλα­σε ο Κορ­κο­λής με­λω­δί­ες απο­λύ­τως ται­ρια­στές με τις απο­χρώ­σεις του γκρι που ανα­δύ­ο­νται από τον λό­γο. Με­λω­δί­ες που ερω­το­τρο­πούν με την ατμό­σφαι­ρα του με­σο­πο­λέ­μου, στο­χεύ­ο­ντας άμε­σα ή έμ­με­σα στην επο­χή που έζη­σε ο ποι­η­τής, με­λω­δί­ες που επι­μέ­νουν στους ρυθ­μούς των τριών και τεσ­σά­ρων τε­τάρ­των, δο­μώ­ντας έτσι λαϊ­κά τρα­γού­δια και όχι εγκε­φα­λι­κά συν­θέ­μα­τα. Επι­ση­μαί­νε­ται ότι ο Στέ­φα­νος Κορ­κο­λής δεν επέ­λε­ξε να με­λο­ποι­ή­σει-τρα­γου­δή­σει ποι­ή­μα­τα που ανή­κουν στα δη­μο­φι­λέ­στε­ρα στους συν­θέ­τες ή στους ανα­γνώ­στες. Δεν με­λο­ποί­η­σε, φε­ρ’ ει­πείν, τα «Απο­λεί­πειν ο θε­ός Αντώ­νιον», «Φω­νές», «Ιθά­κη», των οποί­ων οι βε­βαιω­μέ­νες με­λο­ποι­ή­σεις ξε­περ­νούν τις 20!, ού­τε τα «Πε­ρι­μέ­νο­ντας τους βαρ­βά­ρους», «Θερ­μο­πύ­λες», «Όσο μπο­ρείς», «Τεί­χη» …
Στα δώ­δε­κα ποι­ή­μα­τα που με­λο­ποί­η­σε –στην έκ­δο­ση υπάρ­χουν δε­κα­τρία τρα­γού­δια, μια και το «Επέ­στρε­φε» πα­ρου­σιά­ζε­ται και σε δεύ­τε­ρη εκ­δο­χή, δια­κρι­τι­κά πα­ραλ­λαγ­μέ­νη– συ­γκα­τα­λέ­γο­νται ασφα­λώς και κά­ποια άλ­λα δη­μο­φι­λή, πέ­ραν του «Επέ­στρε­φε», όπως τα «Κε­ριά», «Για νάρ­θουν», «Θά­λασ­σα του πρω­ιού». Ωστό­σο εκεί­να που προ­βάλ­λο­νται, μέ­σω της με­λο­ποί­η­σης, εί­ναι λι­γό­τε­ρο γνω­στά όπως τα «Μα­κρυά», «Ένας γέ­ρος», «Στο σπί­τι της ψυ­χής». Κέρ­δος με­γά­λο αυ­τό για τη μου­σι­κή, αλ­λά και για την ποί­η­ση.
Η αντα­πό­κρι­ση των ακρο­α­τών στις συ­ναυ­λί­ες στις οποί­ες ερ­μη­νεύ­τη­κε ο κύ­κλος τρα­γου­διών, αλ­λά και η συ­χνό­τη­τα των ρα­διο­φω­νι­κών με­τα­δό­σε­ων, ανέ­δει­ξε σε δη­μο­φι­λέ­στε­ρο τρα­γού­δι το «Ένας γέ­ρος». Τού­το το λι­γο­στά γνω­στό πρώ­ι­μο ποί­η­μα του Κα­βά­φη, στην ορι­στι­κή του μορ­φή εμ­φα­νί­στη­κε το 1897, στο οποίο ο ποι­η­τής προ­εκ­βάλ­λει τον εαυ­τό του σε προ­χω­ρη­μέ­νη ηλι­κία, απέ­κτη­σε μια τρυ­φε­ρή στο­χα­στι­κή με­λω­δία που δε φο­βή­θη­κε τα εν­νέα όγδοα του ζεϊ­μπέ­κι­κου. Εί­ναι αναμ­φί­βο­λα το πιο ελ­λη­νι­κό από τα τρα­γού­δια της έκ­δο­σης. Το «Μα­κρυά», εναρ­κτή­ριο τρα­γού­δι, που στον πρώ­το του στί­χο βρί­σκε­ται και το όνο­μα της έκ­δο­σης, έγι­νε μέ­τρο ατμο­σφαι­ρι­κής ευαι­σθη­σί­ας, που ανα­δύ­ε­ται από την κα­τα­νυ­κτι­κή ει­σα­γω­γι­κή φρά­ση του πιά­νου. Μιαν αντί­στοι­χη και εξί­σου γοη­τευ­τι­κή φρά­ση θα εντο­πί­σει ο ακρο­α­τής στην από­λη­ξη του «Επέ­στρε­φε». Το «Στο σπί­τι της ψυ­χής», η φω­νή της αγω­νί­ας γί­νε­ται ουρ­λια­χτό, σαν ο ήχος του σα­ξό­φω­νου – εξαι­ρε­τι­κός ο Βα­σί­λης Δε­φίγ­γος– ανα­δύ­ε­ται από τον ήχο της φω­νής και σμί­γει με αυ­τόν με τρό­πο σπα­ρα­χτι­κό.
Η προ­σέγ­γι­ση της ποί­η­σης του Κα­βά­φη από τον Στέ­φα­νο Κορ­κο­λή δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται στα δώ­δε­κα τρα­γού­δια. Η έκ­δο­ση εμπε­ριέ­χει και δεύ­τε­ρο δί­σκο ακτί­νας, ο οποί­ος εί­ναι δο­μη­μέ­νος με εν­νέα ορ­γα­νι­κά εμπνευ­σμέ­να, πλην ενός, από ποι­ή­μα­τα του Αλε­ξαν­δρι­νού. Συμ­φω­νι­κά ποι­ή­μα­τα τα ονο­μά­ζει ο δη­μιουρ­γός τους, χα­ρα­κτη­ρι­σμός όχι τό­σο εύ­στο­χος. Οι με­λω­δί­ες εί­ναι πρω­τό­τυ­πες εκτός από εκεί­νη του «Μα­κρυά», η οποία συ­νει­σφέ­ρει στην ορ­γα­νι­κή εκ­δο­χή του ομώ­νυ­μου τρα­γου­διού που υπάρ­χει στον πρώ­το δί­σκο ακτί­νας. Τα μου­σι­κά ει­κο­νο­γρα­φή­μα­τα των ποι­η­μά­των εί­ναι εξαι­ρε­τι­κά επι­τυ­χη­μέ­να και αξί­ζει να ακού­σει ο εν­δια­φε­ρό­με­νος τις μου­σι­κές ει­κό­νες που γεν­νούν στο συν­θέ­τη γνω­στά και λα­τρε­μέ­να ποι­ή­μα­τα όπως τα «Απο­λεί­πειν ο θε­ός Αντώ­νιον», «Φω­νές», «Μέ­ρες του 1903», «Ιω­νι­κόν». Το τε­λευ­ταίο μά­λι­στα προ­κά­λε­σε μιαν εύ­μολ­πο και ευ­πρε­πή ορα­μα­τι­κή ανα­φο­ρά στην ελ­λη­νι­κή μου­σι­κή πα­ρά­δο­ση. Ιδιαί­τε­ρη μνεία, τέ­λος, οφεί­λε­ται στο κα­τα­λη­κτι­κό ορ­γα­νι­κό που έχει τί­τλο «29-4-1933, 2 π.μ.». Σε αυ­τό ο συν­θέ­της τε­χνουρ­γεί και ερ­μη­νεύ­ει ένα μου­σι­κό δά­κρυ, έκ­φρα­ση πό­νου για τη στιγ­μή της ανα­χώ­ρη­σης του ποι­η­τή.
Ενι­σχύ­ο­ντας την ωρι­μό­τη­τα που απορ­ρέ­ει από το απο­τέ­λε­σμα της με­λο­ποί­η­σης ο Στέ­φα­νος Κορ­κο­λής ου­δό­λως κα­τα­φεύ­γει, ως πια­νί­στας, σε όλη την έκτα­ση της συ­γκε­κρι­μέ­νης προ­σφο­ράς του, ακό­μη και στα ορ­γα­νι­κά, σε επί­δει­ξη της ομο­λο­γη­μέ­να αξιο­θαύ­μα­στης κα­τα­κτη­μέ­νης τε­χνι­κής του. Οι δε­ξιο­τε­χνι­κές του ευ­κο­λί­ες υπο­χω­ρούν για να προ­βλη­θεί η ευαι­σθη­σία. Μια ακό­μη από­δει­ξη ωρι­μό­τη­τας απο­τε­λεί η αι­σθη­τι­κή της έκ­δο­σης. Σε­μνή, σο­βα­ρή και όχι σο­βα­ρο­φα­νής, απο­τε­λεί ευ­λα­βι­κό εγκώ­μιο στον ποι­η­τή. Στην ου­σία πρό­κει­ται για βι­βλίο με δί­σκους, το οποίο πα­ρέ­χει πέ­ραν των ποι­η­μά­των σε δί­γλωσ­ση μορ­φή (ελ­λη­νι­κά και αγ­γλι­κά) ικα­νό αριθ­μό πλη­ρο­φο­ριών.
Στην προ­σπά­θειά του, ωστό­σο, να συ­μπο­ρευ­τεί με την ποί­η­ση του Κα­βά­φη ο Κορ­κο­λής αφε­νός μεν κα­τα­φεύ­γει στις νό­μι­μες πα­ρα­σπον­δί­ες, αφε­τέ­ρου δε δεν απο­φεύ­γει τα συ­νή­θη αμαρ­τή­μα­τα. Πα­ρα­το­νι­σμοί λέ­ξε­ων, όχι δεν υπάρ­χουν. Υπάρ­χουν όμως αυ­θαί­ρε­τες επα­να­λή­ψεις φρά­σε­ων ή λέ­ξε­ων, υπάρ­χουν δύ­σκο­λα ση­μεία σω­στής μου­σι­κής εκ­φο­ράς κά­ποιων ση­μεί­ων στί­ξης. Από τέ­τοια, ως γνω­στόν, βρί­θει η ποί­η­ση του Κα­βά­φη. Επι­ση­μαί­νε­ται ότι τα ση­μεία στί­ξης εί­ναι με­ρι­κές φο­ρές εξαι­ρε­τι­κά δύ­σκο­λο να με­λο­ποι­η­θούν ή ακρι­βέ­στε­ρα να τρα­γου­δη­θούν σω­στά. Υπεν­θυ­μί­ζου­με τη γνω­στή και πο­λυ­συ­ζη­τη­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση Σε­φέ­ρη-Θε­ο­δω­ρά­κη-Μπι­θι­κώ­τση στην «Άρ­νη­ση». Πταί­σμα­τα βε­βαί­ως αυ­τά που ου­δό­λως μειώ­νουν την αξία της προ­σφο­ράς. Την αξία της, ωστό­σο, αυ­ξά­νουν οι ερ­μη­νεί­ες των μου­σι­κών που συμ­με­τεί­χαν στις ηχο­γρα­φή­σεις. Προ­σπά­θη­σαν όλοι για το κα­λύ­τε­ρο και το πέ­τυ­χαν. Θα ήταν άδι­κο να μην μνη­μο­νευ­τούν: Κα­με­ρά­τα Δη­μο­τι­κού Ωδεί­ου Βό­λου (Διεύ­θυν­ση Ιω­α­κείμ Μπαλ­τσα­βιάς), Συμ­φω­νι­κή Ορ­χή­στρα Λά­ρι­σας (Διεύ­θυν­ση Χρή­στος Κτι­στά­κης), Φι­λαρ­μό­νια Ορ­χή­στρα Αθη­νών (Διεύ­θυν­ση Σάβ­βας Ρα­κιν­τζά­κης), Μι­κτή Πο­λυ­φω­νι­κή Χο­ρω­δία Πά­τρας (Διεύ­θυν­ση Σταύ­ρος Σο­λω­μός), Παι­δι­κή-Νε­α­νι­κή Πο­λυ­φω­νι­κή Χο­ρω­δία Πά­τρας (Διεύ­θυν­ση Αρε­τού­σα Νι­κο­λο­πού­λου), Παι­δι­κή-Νε­α­νι­κή Χο­ρω­δία «Μου­σι­κοί Ορί­ζο­ντες» (διεύ­θυν­ση Μπέ­λα Λιο­νά­κη), Φω­νη­τι­κό σύ­νο­λο En-chor (Διεύ­θυν­ση Σάβ­βας Ρα­κιν­τζά­κης). Συμ­με­τεί­χαν, ως σο­λίστ, εκτός από τον μνη­μο­νευ­θέ­ντα Βα­σί­λη Δε­φίγ­γο, η Μα­ρία Σιφ­ναί­ου, όμποε & cor anglais, ο Ντά­σο Κούρ­τι, ακορ­ντε­όν, ο Θέ­μης Βα­γε­νάς, βιο­λον­τσέ­λο και ο Δη­μή­τρης Πα­πα­βομ­βο­λά­κης, ακου­στι­κή και δω­δε­κά­χορ­δη κι­θά­ρα.
Τη με­γά­λη έκ­πλη­ξη, όμως, δη­μιουρ­γεί η ψυ­χή της ερ­μη­νεί­ας των τρα­γου­διών Σο­φία Μα­νου­σά­κη (γενν. 1995, Χα­νιά). Ερ­μη­νεύ­ο­ντας τα τρα­γού­δια αυ­τά των Κα­βά­φη-Κορ­κο­λή η νε­α­ρή τρα­γου­δί­στρια επι­δει­κνύ­ει αξιο­ζή­λευ­τη ωρι­μό­τη­τα. Με­γά­λο το φορ­τίο, εύ­κο­λα το σή­κω­σε. Το εκ­φρα­στι­κό­τα­το τρα­γού­δι της ταί­ρια­ξε ιδα­νι­κά με τον ιδιαί­τε­ρο λό­γο του ποι­η­τή. Η γοη­τευ­τι­κή φω­νή της απλώ­θη­κε με υπο­δειγ­μα­τι­κή άνε­ση σε όλη την έκτα­ση που όρι­σε η μου­σι­κή κω­δι­κο­ποί­η­ση του Κορ­κο­λή. Χω­ρίς ψε­γά­δι ού­τε στις χα­μη­λές, ού­τε στις ψη­λές νό­τες, ανέ­δει­ξε κά­θε πτυ­χή της ποί­η­σης, κά­θε πτυ­χή της μου­σι­κής.
Όπως ήταν ανα­με­νό­με­νο η συ­νά­ντη­ση αυ­τή της μου­σι­κής του Κορ­κο­λή με την ποί­η­ση του Κα­βά­φη προ­κά­λε­σε ποι­κί­λες αντι­δρά­σεις. Κά­ποιοι … μου­σι­κο­α­μύ­ντο­ρες μά­λι­στα με αναί­τια (;) μι­κρό­νοια έκρι­ναν το «αμαρ­τω­λό» πα­ρελ­θόν του συν­θέ­τη μάλ­λον, πα­ρά το ήθος και το ύφος της μου­σι­κής του! Ανάρ­μο­στο και κα­κό­η­θες. Θέ­λη­σαν έτσι να υπο­βαθ­μί­σουν έως και να μη­δε­νί­σουν το επί­τευγ­μα. Ή μή­πως δεν απο­τε­λεί επί­τευγ­μα, στην επο­χή της με­γα­λύ­τε­ρης κρί­σης στην ιστο­ρία της δι­σκο­γρα­φί­ας, η πώ­λη­ση μέ­χρι σή­με­ρα (μέ­σα του Φλε­βά­ρη 2019) πε­ρισ­σό­τε­ρων από 20.000 αντι­τύ­πων (σε φυ­σι­κή και ψη­φια­κή μορ­φή) της έκ­δο­σης αυ­τής; Προ­έ­βη­σαν συ­νά­μα σε άλο­γες και πα­ρά­λο­γες συ­γκρί­σεις του Κορ­κο­λή με τον Μη­τρό­που­λο. Ας ανα­λο­γι­στούν και ας ανα­ρω­τη­θούν λοι­πόν πό­σοι έμα­θαν και αγά­πη­σαν τον Κα­βά­φη και την ποί­η­σή του από την πρω­το­πο­ρια­κού χα­ρα­κτή­ρα επε­ξερ­γα­σία του αναμ­φί­βο­λα μέ­γι­στου Δη­μή­τρη Μη­τρό­που­λου και πό­σοι από τα τρα­γού­δια του Στέ­φα­νου Κορ­κο­λή. Η προ­σέ­λευ­ση των ακρο­α­τών, αλ­λά και οι ου­ρές που σχη­μα­τί­στη­καν στα πω­λη­τή­ρια του ηχο­γρα­φή­μα­τος στις σχε­τι­κές συ­ναυ­λί­ες στο Κη­πο­θέ­α­τρο Πα­πά­γου (Σε­πτέμ­βριος 2018) και την Αί­θου­σα του Φι­λο­λο­γι­κού Συλ­λό­γου Παρ­νασ­σός (Δε­κέμ­βριος 2018), μαρ­τυ­ρούν τη μία και μο­να­δι­κή αλή­θεια. Αν ήθε­λε ο Στέ­φα­νος Κορ­κο­λής θα μπο­ρού­σε να απα­ντή­σει στους αυ­τό­κλη­τους επι­κρι­τές του με κα­βα­φι­κό τρό­πο. Θα αρ­κού­σε για αυ­τό η επί­κλη­ση των αρ­χι­κών στί­χων δυο γνω­στών και αγα­πη­μέ­νων ποι­η­μά­των: της «Ιθά­κης» και του «Όσο μπο­ρείς».

Με δια­φο­ρε­τι­κό τρό­πο προ­σέγ­γι­σε την ποί­η­ση του Κα­βά­φη η πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νη δι­σκο­γρα­φι­κά πια­νί­στρια, συν­θέ­τρια και μου­σι­κο­παι­δα­γω­γός Τζέ­νη Τσί­λη (γενν. 1968, Αθή­να). Προ­δια­θέ­τει άλ­λω­στε για αυ­τό και η ονο­μα­σία της έκ­δο­σης που πε­ριέ­χει τις με­λο­ποι­ή­σεις της: Ένας άλ­λος Κα­βά­φης. Πα­ρου­σιά­στη­κε το φθι­νό­πω­ρο του 2018 και απο­τε­λεί αυ­το­έκ­δο­ση. Τολ­μη­ρή, οπωσ­δή­πο­τε, από­φα­ση, τού­το το τε­λευ­ταίο, εν μέ­σω δι­σκο­γρα­φι­κής κρί­σης. Και ως αυ­το­έκ­δο­ση εί­ναι άξια κά­θε επαί­νου και εγκω­μί­ου, μια και σέ­βε­ται ποι­κι­λο­τρό­πως τη γε­νε­σιουρ­γό αι­τία της. Τον Κα­βά­φη και την ποί­η­σή του δη­λα­δή. Λι­τό, σε­μνό και κα­λο­σχε­δια­σμέ­νο εξώ­φυλ­λο, αι­σθη­τι­κή σκου­ρό­χρω­μη ται­ρια­στή στην αφορ­μή, έν­θε­το ολι­γο­σέ­λι­δο μεν, πε­ριε­κτι­κό­τα­το δε σε πλη­ρο­φο­ρί­ες – δεν λεί­πουν βε­βαί­ως τα με­λο­ποι­η­μέ­να ποι­ή­μα­τα. Ιδιαί­τε­ρα προ­σεγ­μέ­νης αι­σθη­τι­κής εί­ναι και η πρό­σο­ψη του δί­σκου ακτί­νας, με ευ­διά­κρι­τη νο­σταλ­γι­κή διά­θε­ση αυ­τή. Οκτώ εί­ναι τα ποι­ή­μα­τα που με­λο­ποι­ή­θη­καν και εί­ναι δια­λεγ­μέ­να από όλο σχε­δόν το φά­σμα της ερ­γο­γρα­φί­ας του ποι­η­τή. Γνω­στά και με­λο­ποι­η­μέ­να ξα­νά και ξα­νά τα πε­ρισ­σό­τε­ρα («Όσο μπο­ρείς», «Επέ­στρε­φε», «Φω­νές», «Θερ­μο­πύ­λες»), αλ­λά και κά­ποια λι­γό­τε­ρο γνω­στά («Επή­γα», «Ηδο­νή»), που φα­νε­ρώ­νουν ανη­συ­χία και φι­λέ­ρευ­νη διά­θε­ση. Το δια­φο­ρε­τι­κό ωστό­σο που επι­κα­λεί­ται η ονο­μα­σία της έκ­δο­σης τεκ­μη­ριώ­νε­ται από την ίδια την ου­σία της. Τη με­λο­ποί­η­ση δη­λα­δή, που συ­νε­πι­κου­ρεί­ται, και σε αυ­τή την πε­ρί­πτω­ση, από εξαι­ρε­τι­κές ερ­μη­νεί­ες.
Με­λο­ποιώ­ντας Κα­βά­φη η Τζέ­νη Τσί­λη δί­νει έμ­φα­ση στη ση­μειο­λο­γι­κή διά­στα­ση των στί­χων, στην οποία ανα­κα­λύ­πτει και ένα δυ­να­μι­κό και κά­που-κά­που εξω­στρε­φή μάλ­λον πα­ρά στο­χα­στι­κό, τα­πει­νό και ήρε­μο ποι­η­τή. Όταν έτσι το απο­φα­σί­ζει τα τρα­γού­δια της γνέ­φουν σε μια ροκ ή τζαζ αι­σθη­τι­κή («Επή­γα», «Όσο μπο­ρείς», «Φω­νές», «Θερ­μο­πύ­λες»). Όταν υπε­ρι­σχύ­ει ο γλυ­κός ερω­τι­σμός τό­τε τα τρα­γού­δια γί­νο­νται ατμο­σφαι­ρι­κά, λυ­ρι­κά, που τα κα­θο­δη­γεί συ­γκρα­τη­μέ­νη και ευ­γε­νι­κή με­λαγ­χο­λία («Επέ­στρε­φε», «Ηδο­νή» – όμορ­φο ηχό­χρω­μα του χα­ρί­ζει το βιο­λον­τσέ­λο). Όταν το μου­σι­κό βλέμ­μα κοι­τά­ζει πί­σω, στο πα­ρελ­θόν, τό­τε ανα­δύ­ο­νται πα­λιο­μο­δί­τι­κοι χο­ρευ­τι­κοί ρυθ­μοί που θυ­μί­ζουν Ευ­ρώ­πη, αλ­λά και εξευ­ρω­παϊ­σμέ­νη Με­σό­γειο του με­σο­πο­λέ­μου («Che fece… il gran rifiuto», «Μο­νο­το­νία» – εδώ συ­γκι­νεί­ται και συ­γκι­νεί το μα­ντο­λί­νο). Το πρό­γραμ­μα ακρό­α­σης συ­μπλη­ρώ­νε­ται από την ηχο­γρά­φη­ση πρω­το­λεια­κής ερ­μη­νεί­ας – demo, δη­λα­δή – του «Επέ­στρε­φε» (οποία σύμ­πτω­ση), στην οποία η φω­νή της δη­μιουρ­γού συ­νυ­φαί­νει με εκεί­νη του τρα­γου­δι­στή.
Η μου­σι­κή ρέ­ει αβί­α­στα, έχει προ­σω­πι­κό­τη­τα, αρ­νεί­ται να τυ­πο­ποι­η­θεί, πρω­το­τυ­πεί με ελεγ­χό­με­νη ανα­τρε­πτι­κή διά­θε­ση, σχη­μα­το­ποιεί τρα­γού­δια. Όχι το ίδιο εύ­κο­λο να τρα­γου­δη­θούν, όπως αυ­τά του Κορ­κο­λή. Τρα­γού­δια όμως και όχι ασυ­νάρ­τη­τα και ασύμ­με­τρα –αυ­τό δεν εί­ναι πά­ντα κα­κό– συν­θέ­μα­τα. Η Τζέ­νη Τσί­λη ευ­τύ­χη­σε να ακού­σει τα τρα­γού­δια της ερ­μη­νευ­μέ­να από τον Βα­σί­λη Γισ­δά­κη (γενν. 1969, Κέρ­κυ­ρα). Μα­ζί με αυ­τήν ευ­τυ­χή­σα­με κι εμείς. Η χα­τζι­δα­κι­κή παι­δεία του εί­ναι φά­ρος που φω­τί­ζει και τους πιο δύ­σβα­τους δρό­μους. Ερ­μη­νεύ­ει τού­τα τα τρα­γού­δια του Κα­βά­φη με αξιο­ζή­λευ­τη εκ­φρα­στι­κή θε­α­τρι­κό­τη­τα. Τα ανα­δει­κνύ­ει σε μο­νό­πρα­κτα για έναν τρα­γου­δι­στή. Με χα­μαι­λε­ό­ντιο ικα­νό­τη­τα προ­σαρ­μό­ζε­ται στις μου­σι­κές με­τα­πλά­σεις τους, ανι­χνεύ­ο­ντας και αυ­τός το δια­φο­ρε­τι­κό. Ένας άλ­λος Κα­βά­φης με έναν άλ­λο Γισ­δά­κη, λοι­πόν. Η τρυ­φε­ρό­τη­τα της φω­νής του στην ερ­μη­νεία του «Επέ­στρε­φε» κα­τα­λυ­τι­κή. Η αγ­χώ­δης αυ­το­κρι­τι­κή στο «Όσο μπο­ρείς» συ­ναρ­πα­στι­κή. Τού­το βε­βαί­ως το τρα­γού­δι με την επα­νά­λη­ψη λέ­ξε­ων και φρά­σε­ων φέρ­νει ξα­νά στο προ­σκή­νιο τη γνω­στή πα­θο­γέ­νεια της με­λο­ποι­η­μέ­νης ποί­η­σης. Σπά­νια συ­να­ντά­ται πια αδια­τά­ρα­κτος ο λό­γος του ποι­η­τή. Ευ­τυ­χώς, πά­ντως, και σε αυ­τή την πε­ρί­πτω­ση δεν δια­πι­στώ­θη­καν πα­ρα­το­νι­σμοί λέ­ξε­ων, ού­τε και νοη­μα­τι­κές αλ­λοιώ­σεις. Αυ­τές συμ­βαί­νουν όταν αφαι­ρε­θούν ή αντι­κα­τα­στα­θούν κά­ποιες λέ­ξεις ή φρά­σεις. Εκτός από την Τζέ­νη Τσί­λη που με­τέ­χει στις ερ­μη­νεί­ες με το πιά­νο, το hamond organ, το ηλε­κτρι­κό μπά­σο και το κο­ντρα­μπά­σο και τον Βα­σί­λη Γισ­δά­κη που δεν έχει ξε­χά­σει την κλα­σι­κή κι­θά­ρα, για τη μου­σι­κή επάρ­κεια των ακρο­α­μά­των μό­χθη­σαν ο Ελευ­θέ­ριος Βα­λα­σέλ­λης, κλα­σι­κή και ηλε­κτρι­κή κι­θά­ρα, η Στέλ­λα Ζιο­πού­λου βιο­λί, η Ζωή Βα­φειά­δη, όμποε, ο Αλ­καί­ος Σου­γιούλ, μα­ντο­λί­νο, ο Σταύ­ρος Παρ­γι­νός, βιο­λον­τσέ­λο, ο Βαγ­γέ­λης Ζω­γρά­φος, κο­ντρα­μπά­σο και ηλε­κτρι­κό μπά­σο και ο Ορέ­στης Γρά­βα­ρης ντραμς. Τις λι­τές και ισορ­ρο­πη­μέ­νες ενορ­χη­στρώ­σεις υπο­γρά­φει η συν­θέ­τρια, η οποία εί­χε και την ευ­θύ­νη της πα­ρα­γω­γής.

Κά­που ανά­με­σα στις δυο προ­α­να­φερ­θεί­σες δι­σκο­γρα­φι­κές εκ­δό­σεις με με­λο­ποι­η­μέ­νο Κα­βά­φη εμ­φα­νί­στη­κε ο Μου­σι­κο­ποι­η­τι­κός Ανά­βα­λος. Πρό­κει­ται για ηχο­γρά­φη­μα δο­μη­μέ­νο με τρα­γού­δια που προ­έ­κυ­ψαν από με­λο­ποί­η­ση ποι­η­μά­των γνω­στών ποι­η­τών τα οποία σκά­ρω­σε με με­ρά­κι και ει­λι­κρί­νεια ο Γιώρ­γης Πλα­τύ­ρα­χος (γενν. 1930, Κα­ρού­τες Αμα­ρί­ου, Κρή­τη). Θεί­ος του πλέ­ον γνω­στού και άξιου συν­θέ­τη Νί­κου Πλα­τύ­ρα­χου δεν εί­ναι επαγ­γελ­μα­τί­ας μου­σι­κός. Ως τε­χνί­της χρυ­σο­χό­ος πο­ρεύ­τη­κε στη ζωή του, αλ­λά η αγά­πη για τη μου­σι­κή τον συ­ντρό­φε­ψε από μι­κρό. Και όταν του δό­θη­κε η ευ­και­ρία έγι­νε, στα σα­ρά­ντα δυο του, μα­θη­τής του αγα­πη­τού σε όλους Κώ­στα Κλάβ­βα, ο οποί­ος τον δί­δα­ξε αρ­μο­νία και σύν­θε­ση. Εκτός από τη μου­σι­κή ο Γιώρ­γης Πλα­τύ­ρα­χος αγά­πη­σε πο­λύ και την ποί­η­ση με εμ­μο­νή σε εκεί­νη του Κα­βά­φη και του Κα­ρυω­τά­κη. Τρα­γού­δια σε δι­κή τους ποί­η­ση –πέ­ντε Κα­βά­φη, τέσ­σε­ρα Κα­ρυω­τά­κη– απο­τε­λούν τη ρα­χο­κο­κα­λιά αυ­τού του ηχο­γρα­φή­μα­τος, του τρί­του που φέ­ρει την υπο­γρα­φή του Πλα­τύ­ρα­χου του πρε­σβύ­τε­ρου. Τα πέ­ντε λοι­πά τρα­γού­δια του φω­τί­στη­καν από την ποί­η­ση της Πο­λυ­δού­ρη, του Πα­λα­μά, του Βάρ­να­λη και του Χικ­μέτ/Ρί­τσου (2). Ο Γιώρ­γης Πλα­τύ­ρα­χος στις μου­σι­κές του αδια­φο­ρεί για το αμ­φί­βο­λο μπρο­στά και εμπι­στεύ­ε­ται το σί­γου­ρο πί­σω. Εφαρ­μό­ζει πι­στά, κα­τά πως φαί­νε­ται, τις δι­δα­χές του δα­σκά­λου του και πλά­θει τρα­γού­δια εμ­φο­ρού­με­να από τον ευ­διά­κρι­το με­λω­δι­σμό της νε­ο­κυ­μα­τι­κής μου­σι­κής τε­χνο­τρο­πί­ας, αλ­λά και από μια κα­λο­δε­χού­με­νη αθω­ό­τη­τα μι­κρού παι­διού. Λι­τή, ανε­πι­τή­δευ­τη και αβί­α­στη η με­λω­δι­κή τους γραμ­μή, απλοί και ελ­λη­νι­κοί οι ρυθ­μοί, φτιά­χνουν τρα­γού­δια που οπωσ­δή­πο­τε τρα­γου­διού­νται! Με αυ­τές τις προ­δια­γρα­φές γεν­νή­θη­καν τα τέσ­σε­ρα από τα πέ­ντε τρα­γού­δια Κα­βά­φη («Όσο μπο­ρείς», «Επέ­στρε­φε» –κοι­νός πα­ρο­νο­μα­στής και στις τρεις εκ­δό­σεις– «Πό­λις», «Κε­ριά») ενώ στο πιο σύγ­χρο­νο πέμ­πτο («Θά­λασ­σα του πρω­ιού») κα­θρε­φτί­ζο­νται μι­κρά μου­σι­κά δά­νεια από τον Θά­νο Μι­κρού­τσι­κο!
Τις από­λυ­τα συμ­βα­τές με το ήθος των τρα­γου­διών ενορ­χη­στρώ­σεις επι­με­λή­θη­κε ο πο­λύ­πει­ρος Θα­νά­σης Νι­κό­που­λος (γενν. 1953, Λα­μία) και μα­ζί με το συν­θέ­τη εμπι­στεύ­τη­καν την υλο­ποί­η­σή τους σε εξαι­ρε­τι­κούς μου­σι­κούς: Θύ­μιος Πα­πα­δό­που­λος (φλά­ου­το), Γιάν­νης Οι­κο­νό­μου (όμποε), Σπύ­ρος Αρ­κού­δης (τρο­μπέ­τα), Βαγ­γέ­λης Σκού­ρας (κόρ­νο), Δη­μή­τρης Πα­παγ­γε­λί­δης (κλα­σι­κή κι­θά­ρα), Αλ­φρέ­ντο Στού­νι (βιο­λί), Χρι­στί­να Κο­λο­βού (βιο­λον­τσέ­λο), Βαγ­γέ­λης Ζω­γρά­φος (κο­ντρα­μπά­σο), Μα­νώ­λης Πάπ­πος (μπου­ζού­κι), Βαγ­γέ­λης Μα­χαί­ρας (λα­ού­το, μπα­γλα­μάς, μα­ντο­λί­νο), Θα­νά­σης Νι­κό­που­λος (πιά­νο και κρου­στά), Νί­κος Πλα­τύ­ρα­χος (κρου­στά, επι­με­λή­θη­κε και την πα­ρα­γω­γή). Όπως εί­ναι αυ­το­νό­η­το δεν χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν όλοι αυ­τοί οι μου­σι­κοί σε όλα τα τρα­γού­δια, μια και οι ενορ­χη­στρώ­σεις εί­ναι λι­τές και απέ­ριτ­τες.
Δύο από τα τρα­γού­δια σε ποί­η­ση Κα­βά­φη, το «Θά­λασ­σα του πρω­ιού» και το «Κε­ριά» ερ­μη­νεύ­ει ο Θα­νά­σης Νι­κό­που­λος. Τα άλ­λα τρία ο Κώ­στας Βα­σι­λιά­γκος (γενν. 1969, Πει­ραιάς). Τα ηχο­χρώ­μα­τα των φω­νών τους αλ­λά και η εκ­φρα­στι­κή λι­τό­τη­τά τους εί­ναι από­λυ­τα ται­ρια­στά και με τις απαι­τή­σεις της ποί­η­σης και με τις συμ­βά­σεις των τρα­γου­διών.
Τα … προ­πα­το­ρι­κά αμαρ­τή­μα­τα δεν λεί­πουν και από την προ­σπά­θεια του Γιώρ­γη Πλα­τύ­ρα­χου. Απου­σιά­ζει η απο­λύ­τως ακρι­βής χρή­ση του ποι­η­τι­κού λό­γου. Το πα­ρα­δέ­χε­ται, ευ­θαρ­σώς μά­λι­στα, ο μου­σι­κός δη­μιουρ­γός κα­θώς στο βι­βλιά­ριο με τα ποι­ή­μα­τα που συ­νο­δεύ­ει την έκ­δο­ση σε υπο­ση­μεί­ω­ση με αστε­ρί­σκο ανα­φέ­ρει «Έχει γί­νει προ­σαρ­μο­γή των αυ­θε­ντι­κών ποι­η­μά­των από το συν­θέ­τη, για τις ανά­γκες της τρα­γου­δι­στι­κής τους από­δο­σης». Η υπο­ση­μεί­ω­ση πά­ντως αφο­ρά ποι­η­τι­κό λό­γο άλ­λων αν­θο­λο­γού­με­νων ποι­η­τών και όχι του Κα­βά­φη. Έτσι κι αλ­λιώς όμως αμαρ­τία εξο­μο­λο­γη­μέ­νη, η μι­σή συγ­χω­ρε­μέ­νη. Επί πλέ­ον αυ­τών η μου­σι­κή ανά­γνω­ση των ποι­η­μά­των του Κα­βά­φη από τον Γιώρ­γη Πλα­τύ­ρα­χο, απο­δει­κνύ­ει ότι ο Αλε­ξαν­δρι­νός δεν εί­ναι τό­σο «ατρα­γού­δι­στος» που θα ‘λε­γε ο Μά­νος Χα­τζι­δά­κις.
Τρα­γου­δι­στά ποι­η­τι­κός ο Μου­σι­κο­ποι­η­τι­κός Ανά­βα­λος (ΕΜ­ΣΕ CA345), γεν­νά εύ­λο­γα την απο­ρία: τι ση­μαί­νει Ανά­βα­λος; την αί­ρει ο πλα­στουρ­γός του: Ανά­βα­λος εί­ναι ένα εί­δος πη­γής!

*Δά­νειο-παραλλαγή από το ποί­η­μα «Ο Δα­ρεί­ος» (1917) του Κ. Π. Κα­βά­φη: Όμως μες σ’ όλη του την τα­ρα­χή και το κα­κό, επί­μο­να κ’ η ποι­η­τι­κή ιδέα πά­ει κι έρ­χε­ται.

 

source ΧΑΡΤΗΣ 3 {ΜΑΡΤΙΟΣ 2019}  του Georgou Monemvessiti

Ο Γιώργος Β. Μονεμβασίτης γεννήθηκε το 1947 στο Γύθειο όπου και μεγάλωσε. Σπούδασε στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Από την αποφοίτησή του, το 1970, ασχολείται με την εκπόνηση στατικών μελετών οικοδομικών και συγκοινωνιακών έργων, συνεργαζόμενος με διακεκριμένους αρχιτέκτονες. Από το 1978 ασχολείται αδιαλείπτως ως κριτικός και σχολιαστής των μουσικών δρωμένων, ως κειμενογράφος προγραμμάτων μουσικών εκδηλώσεων και παραγωγός-παρουσιαστής μουσικών ραδιοακροαμάτων – κυρίως από το Τρίτο Πρόγραμμα της ΕΡΑ (1983-2000). Από το 1989 διδάσκει σε δημοσιογραφικές σχολές Ιστορία της Μουσικής, Τέχνη και Τεχνική του Ραδιοφώνου, καθώς και Μουσική Επικοινωνία. Υπήρξε εντεταλμένος κριτικός μουσικής της εφημερίδας Ελευθεροτυπία (1984-1996). Επανενεργοποιήθηκε στις αρχές του 2013, με την επανέκδοση της εφημερίδας. Έχει διατελέσει μέλος του γνωμοδοτικού συμβουλίου του Φεστιβάλ Αθηνών (1987-1992), αναπληρωτής πρόεδρος της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών (1993-1998) του ΥΠΠΟ, μέλος του ΕΤΟΣ της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών (1993-2006), διευθυντής του Β’ Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας (1996-1999) και σύμβουλος της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας (2001-2004). Είναι μέλος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (ΤΕΕ) από το 1970, μέλος της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών από το 1992 (μέλος του Δ.Σ. από το 2003), μέλος του Θεατρικού Μουσείου από το 1996 (μέλος του Δ.Σ. από το 2013), μέλος του σωματείου ΔΙΑΖΩΜΑ και μέλος, σήμερα, του Δ.Σ. (ταμίας) της Καμεράτας, Ορχήστρας των Φίλων της Μουσικής. Είναι τακτικός συνεργάτης του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών και της Ορχήστρας των Χρωμάτων.