Ελληνική κοινότητα των παραλίων Άλπεων

Κλείνει για τρία χρόνια το Ηρώδειο

Ύστερα από δεκαετίες αδιάλειπτης παρουσίας στην πολιτιστική ζωή της Αθήνας, το Ηρώδειο ετοιμάζεται να κλείσει προσωρινά για μια τριετία προκειμένου να πραγματοποιηθούν εκτεταμένες εργασίες συντήρησης και αποκατάστασης.

Το εμβληματικό μνημείο των Αθηνών που βρίσκεται κάτω από την Ακρόπολη, σύμβολο της καλλιτεχνικής δημιουργίας και σημείο αναφοράς διεθνώς, πρόκειται να παραμείνει κλειστό αμέσως μετά τη λήξη της φετινής σεζόν, προκειμένου να ξεκινήσουν εκτεταμένες εργασίες συντήρησης και αποκατάστασης.

Η λειτουργία του μνημείου θα ανασταλεί τουλάχιστον για τρία χρόνια για τη φιλοξενία τόσο καλλιτεχνικών δρώμενων όσο και των επισκεπτών, σύμφωνα με την Έλενα Κουντούρη, προϊσταμένη Διεύθυνσης Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και αναπληρώτρια προϊσταμένη Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Αθηνών, η οποία μίλησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.

Όπως ανέφερε, σκοπός των εργασιών που θα γίνουν, είναι «αφενός η διατήρηση και αφετέρου η βελτίωση της αναγνωσιμότητας του μνημείου από το ευρύ κοινό». Επιπλέον, όπως σημείωσε, θα πραγματοποιηθεί αναβάθμιση και βελτίωση των υποδομών του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου.

Σύμφωνα με την κ. Κουντούρη, οι μορφές φθορών που παρατηρούνται είναι οι εξής:

– Βιοδιάβρωση που προκαλείται από την ανάπτυξη μικροοργανισμών σε σημεία όπου δημιουργούνται κοιλότητες και λιμνάζει νερό.

– Ανάπτυξη ριζικού συστήματος, που παρατηρείται κυρίως στους αρμούς, όπου υπάρχει και συσσώρευση χώματος.

– Ρηγματώσεις που προχωρούν σε βάθος στο εσωτερικό του λίθου και επιφανειακές ρωγμές, που εντοπίζονται κυρίως στο κοίλο αλλά και σε άλλα σημεία.

– Ετοιμορροπίες θραυσμάτων που έχουν αποκολληθεί λόγω θραύσης, αλλά παραμένουν στην θέση τους.

– Αστοχία παλαιότερων επεμβάσεων, λόγω κακής πρόσφυσης των υλικών που έχουν χρησιμοποιηθεί με το αρχαίο υλικό και ατυχούς αισθητικού αποτελέσματος.

– Απώλεια υλικού λόγω συστοδιαστολών κατά τις θερμοκρασιακές διακυμάνσεις.

Αναλυτική παρουσίαση των μελετών στις αρχές του 2026

Όπως ανέφερε η κ. Κουντούρη, «έως και σήμερα οι εργασίες συντήρησης που έχουν εφαρμοσθεί είχαν σωστικό χαρακτήρα και επικεντρώθηκαν στα αρχαία μέλη του Ωδείου». Το εκτενέστερο πλέον πρόσφατο πρόγραμμα εκτελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα 2011 – 2015, με συγχρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ στο πλαίσιο του Π.Ε.Π. «Αττική 2007-2013» και «αφορούσε κυρίως επεμβάσεις στο ανατολικό και δυτικό τμήμα του νότιου μετωπικού τοίχου της σκηνής του μνημείου», όπως εξήγησε η κ. Κουντούρη. Επιπλέον, κατά τη διετία 2022 -2024 εργασίες πραγματοποιήθηκαν και στο κεντρικό τμήμα του μετωπικού τοίχου, ενώ παράλληλα έγινε λεπτομερής καταγραφή της κατάστασης διατήρησής του.

Αν και η Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Αθηνών μεριμνά συστηματικά για τη συντήρηση του Ηρωδείου —«είναι προφανές ότι ένα αρχαίο μνημείο σε χρήση απαιτεί τακτική συντήρηση», επεσήμανε, σημειώνοντας ότι κάθε χρόνο, συνήθως Μάρτιο και Νοέμβριο, πραγματοποιούνται εργασίες συντήρησης—, οι νέες εργασίες θα είναι σαφώς μεγαλύτερης κλίμακας.

Αυτή τη στιγμή, έχει αρχίσει η εκπόνηση διεπιστημονικού ερευνητικού προγράμματος από το Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο (Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών). Στο πλαίσιο αυτό, σύμφωνα με τα όσα ανέφερε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η κ. Κουντούρη, θα πραγματοποιηθούν εργασίες για τη στερέωση και αποκατάσταση του νότιου τοίχου της σκηνής, του λογείου και του περιμετρικού τοίχου του με στατική επίλυση όπως και γεωτεχνική έρευνα. Επίσης, θα πραγματοποιηθεί έλεγχος της στατικής επάρκειας των αποκατεστημένων τμημάτων των παλαιών αναστηλώσεων της δεκαετίας του 1950 καθώς και επισκευές αυτών όπου κρίνεται απαραίτητο.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αποκάλυψη και ανάδειξη του σκηνικού οικοδομήματος και των ψηφιδωτών δαπέδων αυτού, που μέχρι στιγμής παραμένουν αθέατα. Παράλληλα, θα υλοποιηθεί έλεγχος και αποτίμηση καταπόνησης του μνημείου από ηχητική επιβάρυνση.

Επιπλέον, θα υλοποιηθεί αρχιτεκτονικός και στατικός σχεδιασμός νέων εγκαταστάσεων για την ανακαίνιση του εσωτερικού χώρου των καμαρινιών, των WC του Φεστιβάλ και του αρχαιολογικού χώρου και σχεδίαση νέου εξοπλισμού, ενώ θα προστεθούν εγκαταστάσεις και υποδομές του Φεστιβάλ νοτίως του ανδήρου της Πλατείας του Ηρωδείου προκειμένου να μεταφερθούν τα καμαρίνια της Ελληνικό Φεστιβάλ.

Για το σύνολο του μνημείου και του περιβάλλοντος χώρου θα πραγματοποιηθεί σχεδιασμός της απορροής ομβρίων, επανασχεδιασμός των ΗΜ δικτύων, ενώ τέλος στο πλαίσιο των εργασιών θα ενταχθεί η πυροπροστασία του μνημείου και η αναβάθμιση του συστήματος αποχέτευσης.

Η κ. Κουντούρη εκτίμησε ότι η αναλυτική παρουσίαση των μελετών θα πραγματοποιηθεί τον Ιανουάριο ή τον Φεβρουάριο του 2026, έπειτα από την εξέτασή τους από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο.

Ωδείο Ηρώδου Αττικού

Τον 2ο π.Χ. αι. ο βασιλιάς της Περγάμου Ευμένης Β’ δώρισε στους Αθηναίους ένα κτίριο για τις ανάγκες των παραστάσεων του Διονυσιακού θεάτρου. Επρόκειτο για ένα επίμηκες διώροφο οικοδόμημα που επικοινωνούσε με τη δυτική πάροδο του θεάτρου και έμεινε γνωστό ως στοά του Ευμένη. Το νέο οικοδόμημα χρησίμευε για την προστασία των θεατών από την κακοκαιρία ενώ λειτουργούσε και ως «φουαγιέ» του θεάτρου, δεδομένης της μεγάλης διάρκειας των γιορτών και των παραστάσεων. Σήμερα, από το κτίριο αυτό σώζεται, στα βόρεια, τμήμα του αναλημματικού τοίχου που διακρίνεται από την επιβλητική τοξοστοιχία του.

Στα δυτικά της στοάς του Ευμένη ιδρύθηκε το 166 μ.Χ. ένα δεύτερο θέατρο από τον αθηναίο φιλόσοφο Ηρώδη τον Αττικό, εις μνήμην της συζύγου του Ρήγιλλας. Ήταν στεγασμένο και χρησιμοποιήθηκε κυρίως για μουσικές εκδηλώσεις. Το Ωδείο του Ηρώδη, όπως είναι γνωστό, που χαρακτηρίζεται από τον περιηγητή Παυσανία (2ος μ. Χ) ως «το αξιολογότερο από όλα τα άλλα οικοδομήματα του είδους», Καταστράφηκε από πυρκαγιά περίπου εκατό χρόνια μετά την ανέγερσή του (267 μ.Χ.). Λειτουργικά, συνδέθηκε τόσο με το ισόγειο όσο και με τον όροφο της στοάς του Ευμένη στο δυτικό της άκρο. Η αρχιτεκτονική συναρμογή των δύο οικοδομημάτων ήταν επιτυχής, παρά τη χρονική απόσταση της κατασκευής τους: η διαμόρφωση της νότιας όψης του ωδείου από μεγάλα ανοίγματα με τοξοειδή υπέρθυρα και λαξευτή τοιχοποιία, αρθρώνεται οργανικά με τον ρυθμό της στοάς. Το ενοποιημένο αυτό σύνολο στις υπώρειες της Ακρόπολης αναδεικνύει το ύπερθεν συγκρότημα των ναών διατηρώντας παράλληλα τον εμβληματικό, κοσμικό χαρακτήρα του.

Το ωδείο

Το μαρμάρινο κοίλο του ωδείου διαιρείται από το μεσαίο διάζωμα σε κάτω και άνω κοίλο. Το κάτω κοίλο είχε 6 κλίμακες και 5 κερκίδες το άνω κοίλο είχε 11 κλίμακες και 12 κερκίδες. Η χωρητικότητά του ήταν για 4.800 θεατές. Στον ανώτερο διάδρομο υπήρχε περιμετρικός τοίχος που έφερε αβαθείς εσοχές, που λειτουργούσαν ως ηχεία, ενισχύοντας την ακουστική του χώρου. Στο κάτω διάζωμα υπήρχαν –πιθανότατα- τοποθετημένα ορειχάλκινα ηχεία, για την αύξηση της έντασης του ήχου. Το κοίλο, που σε κάτοψη ξεπερνά το ημικύκλιο, συνδέεται με δύο μνημειακά κλιμακοστάσια τοποθετημένα εκατέρωθεν του σκηνικού οικοδομήματος. Οι είσοδοι των κλιμακοστασίων είχαν ψηφιδωτά. Η πρώτη σειρά καθισμάτων, που χωρίζεται με μικρό διάδρομο από τη δεύτερη, ήταν η λεγόμενη προεδρία δηλ. καθίσματα επισήμων, όπως και σήμερα. Η ημικυκλική ορχήστρα είχε επίστρωση από χρωματιστά μάρμαρα, που ανακατασκευάστηκαν στους νεώτερους χρόνους.

Μπροστά από το κοίλο βρίσκεται η επιβλητική ορθογώνια σκηνή μήκους 35.00μ., τριώροφη με συνολικό ύψος 28.00μ. Ιδιαίτερα εντυπωσιακός πρέπει να ήταν ο αρχιτεκτονικός και γλυπτικός διάκοσμος με επένδυση από πολύχρωμα μάρμαρα. Η όψη της σκηνής προς το κοίλο έφερε σειρά αρχιτεκτονικών διακοσμήσεων κορινθιακού ρυθμού και κόγχες με αγάλματα. Τα αγάλματα που κοσμούσαν τις κόγχες απεικόνιζαν μέλη της οικογένειας του Ηρώδη και άλλων μελών του αυτοκρατορικού οίκου.

Πίσω από τη σκηνή υπήρχε επίμηκες θολοσκεπές οικοδόμημα για τις ανάγκες των παραστάσεων. Πιθανότατα ήταν και αυτό τριώροφο και διακοσμημένο με ψηφιδωτά.

Ξεχωριστό στοιχείο του Ηρωδείου ήταν η στέγασή του. Σύμφωνα με τους ερευνητές, η υπόθεση για τη στέγαση του Ωδείου επιβεβαιώνεται από τις φιλολογικές πηγές και τα ανασκαφικά ευρήματα. Άλλωστε η ίδια η καταστροφή του Ηρωδείου από πυρκαγιά προϋποθέτει σχεδόν την παρουσία μιας ξύλινης κατασκευής: Μόνο μια στέγη με το μέγεθος και τον όγκο που χρειαζόταν το Ωδείο θα μπορούσε να αναπτύξει τέτοιες θερμοκρασίες ώστε να ασβεστοποιηθεί το μάρμαρο και να λιώσουν τα μέταλλα (μέταλλα από αγάλματα αλλά και από μεγάλη ποσότητα καρφιών). Ακόμα, βρέθηκαν μεγάλα πήλινα κεραμίδια. Πολλά από αυτά έφεραν σφραγίδες με τα αρχικά του θεάτρου Ηρώδου και Ρήγιλλας. Τέλος οι σειρές των παραθύρων -απαραίτητων για το φωτισμό του κτιρίου- επιβεβαιώνουν την παρουσία της στέγης.

 

Οι περιπέτειες του κτιρίου

Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα φαίνεται πως λίγα χρόνια μετά την κατασκευή του το Ηρώδειο χρησιμοποιήθηκε σαν οχυρό. Τα μαρμάρινα εδώλια και το υλικό του διαζώματος στο άνω κοίλο είχαν αποξηλωθεί και χρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικό υλικό στα τείχη της Ακρόπολης και στην κατασκευή εκκλησιδίου. Ακόμα βρέθηκαν ίχνη από τοίχους οικίσκων που φιλοξενούσαν τους Αθηναίους που κατέφευγαν εκεί. Στα 1667 ο όγκος του θεάτρου εντάχθηκε στο οχυρό του «Σερπεντζέ». Ενώ λίγο πριν την έναρξη της εκχωμάτωσής του, το 1857, η επιφάνεια του θεάτρου ήταν καλλιεργήσιμη έκταση. Τότε διακρινόταν μόνο το σχήμα του κοίλου και το ανώτερο τμήμα του τοίχου της σκηνής. Το 1858 η επιχωμάτωση του κοίλου έφθανε τα 12.00μ. πάνω από τη στάθμη της ορχήστρας, συσσωρεύοντας ερείπια από λείψανα αρχιτεκτονικής και γλυπτικής προερχόμενα κυρίως από την Ακρόπολη.

00000000000000000000000000000000000000000000000,00

Μετά από την παρατεταμένη διακοπή της χρήσης του Ωδείου αρχίζουν να δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την επαναλειτουργία του. Ήδη από το 1844, ο ανασκαφέας του Ηρωδείου Κ. Πιττάκης υποστηρίζει ότι «τα αρχαία ξαναδίνουν στον τόπο την παλιά του αίγλη και οι κάτοικοί του, βλέποντάς τα αναστηλωμένα, αισθάνονται ότι ξαναζούν στην εποχή των προγόνων τους, ελκύουν όμως και τους ξένους, τους Ευρωπαίους…». Η ιδέα, λοιπόν, της πολιτιστικής και οικονομικής αξιοποίησης των μνημείων ξεκινά από τα μέσα του 19ου αιώνα. Η αναστήλωση ενός μακρού καταλόγου αρχαίων θεάτρων και σταδίων είναι πλέον επιθυμητή.

Τα θέατρα, με την ιδανική αντιστοιχία ανάμεσα στη μορφή και τη χρήση τους και με τις εν γένει κοινές, ανά τους αιώνες, απαιτήσεις των θεαμάτων, είναι τα κατεξοχήν κτίρια του αρχαίου κόσμου που ανταποκρίνονται και σε σύγχρονες λειτουργίες. Δεν πρέπει να αγνοείται όμως το ότι πρόκειται για κατασκευές που έχασαν την αρχική μορφή και τη χρήση τους θέτοντας, ως προς την αποκατάστασή τους ιδιαίτερα προβλήματα. Συγχρόνως, καθοριστική σημασία για τη δυνατότητα αποκατάστασής τους, έχει η ανασκαφική διαδικασία που προηγήθηκε και ιδιαίτερα οι επιλογές καθαίρεσης ή διατήρησης των μαρτυριών από διαφορετικές εποχές.

Στο Ηρώδειο, ήδη από το 1867 ξεκινούν οι πρώτες παραστάσεις (Σοφοκλέους Αντιγόνη) ενώ παράλληλα προβάλλει η απαίτηση για την κατάλληλη διασκευή του θεάτρου. Το 1898 κτίζονται αναλήμματα και κλίμακες για την αποκατάσταση της αρχαίας οδού πάνω από το θέατρο. Το 1900 καθαρίζονται οι αγωγοί απορροής ομβρίων της ορχήστρας. Στερεώνεται το δάπεδο της ορχήστρας και επισκευάζονται τμήματα στους τοίχους και τις θύρες του Ωδείου με υλικά που διακρίνονται από την αρχαία κατασκευή. Το 1922 γίνεται συγκόλληση των μαρμάρινων βαθμίδων.

Το 1924 ιδρύεται ο θίασος της Επαγγελματικής Σχολής Θεάτρου που αναπτύσσει έντονη δραστηριότητα. Δίνονται παραστάσεις αρχαίου δράματος από πολλούς συνδέσμους και θιάσους και συνδυάζονται με το αίτημα της αποκατάστασής του. Το Ηρώδειο καθιερώνεται ως τόπος παραστάσεων όχι μόνο για το αρχαίο δράμα αλλά και άλλων εκδηλώσεων πολιτιστικού ή φιλανθρωπικού περιεχομένου, ακόμα και για αναπαραστάσεις αρχαίων εορτών.

Στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα οι Δελφικές γιορτές -το πείραμα του ζεύγους Σικελιανού (1927 και 1930)- με παραστάσεις αρχαίου δράματος, αγώνες κ.λ.π., έδωσαν νέα ώθηση στην αναβίωση του αρχαίου δράματος στο φυσικό του χώρο. Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι στην δεκαετία του 1930 το αίτημα χρησιμοποίησης του Διονυσιακού θεάτρου απορρίπτεται γιατί τα εδώλια σώζονταν σε καλή κατάσταση.

Το 1932 με την ίδρυση του Εθνικού θεάτρου αρχίζει η συστηματική έρευνα της ερμηνείας του αρχαίου δράματος. Το 1936, με δαπάνη του Εθνικού Θεάτρου, τοποθετούνται ξύλινα εδώλια στο κάτω διάζωμα του Ηρωδείου. Την ενδιαφέρουσα μελέτη των λυόμενων εδωλίων έκανε ο αρχιτέκτονας Ν. Μητσάκης. Το 1938 συμπληρώνονται και στερεώνονται οι θολίτες στα τοξωτά ανοίγματα του ανώτερου τμήματος της πρόσοψης του Ωδείου. Παράλληλα, στο πλαίσιο της Εθνικής Αναγέννησης της μεταξικής περιόδου, ξεκίνησε από το 1936 η ιδέα για την καθιέρωση «περιόδου εορτών» στην Αθήνα, αντίστοιχων με εκείνες της αρχαιότητος, όπου θα δίνονταν παραστάσεις αρχαίου δράματος σε υπαίθριο θέατρο από το Εθνικό Θέατρο.

Στη σκέψη της «αναμαρμαρώσεως» του Ηρωδείου εκφράστηκαν τότε πολλές αντίθετες γνώμες ιδιαίτερα από τον Κ. Δοξιάδη, που πρότεινε την κατασκευή νέου θεάτρου. Αποφασίστηκε λοιπόν το 1939, η ίδρυση Υπαίθριας Σκηνής, «κατά το πρότυπον των αρχαίων» στους νοτιοδυτικούς πρόποδες του Φιλοππάπου. Το έργο ανέθεσε στο γραφείο Δοξιάδη ο διευθυντής του Εθνικού θεάτρου Κ. Μπαστιάς. Κατασκευάστηκε ευρύχωρο θέατρο από μπετόν, που δεν ολοκληρώθηκε. Οι εργασίες σταμάτησαν από τον ίδιο τον Ι. Μεταξά και δεν συνεχίστηκαν ποτέ.

Μετά τον πόλεμο οι αρμόδιοι επανήλθαν στην αρχική ιδέα της «αναμαρμαρώσεως». Το 1947 το Αρχαιολογικό Συμβούλιο αποφάσισε την έναρξη των εργασιών για την αναμαρμάρωση του δαπέδου του Ωδείου και «την πλήρη αυτού αναστήλωση εσωτερικώς και εξωτερικώς». Την δαπάνη θα κατέβαλε –και πάλι- το Εθνικό θέατρο που θα έδινε για αυτό το σκοπό παραστάσεις αρχαίων δραμάτων. Μέρος των εξόδων θα κατέβαλαν η Εθνική Λυρική Σκηνή και η Κρατική Ορχήστρα ΑΘηνών.

Η ανακατασκευή του θεάτρου συνεχίστηκε το 1952 με έξοδα της Αρχαιολογικής Εταιρείας. Η συμπλήρωση των θραυσμένων από την πυρκαγιά εδωλίων έγινε με μάρμαρο Διονύσου. Ήταν «εργασία μακρά και ιδιαίτερα επίπονος» λόγω της απαιτούμενης προσαρμογής των νέων μαρμάρων στα ακανόνιστα σχήματα των ερειπωμένων εδωλίων. Η πρόθεση της ανακατασκευής ήταν σαφής: «προς τον σκοπόν καλυτέρας εξυπηρετήσεως των εν τω Ωδείω διδομένων συγχρόνων παραστάσεων εκτελούνται υπό την διεύθυνσιν του καθηγητού κ. Α. Ορλάνδου εργασίαι αναστηλώσεων και ανακατασκευής των εδωλίων» σημειώνει αργότερα ο αρχιτέκτονας Ι. Τραυλός.

Πριν το 1955 η προσπέλαση προς την πλατεία μπροστά από το Ωδείο γινόταν από έναν ασφαλτοστρωμένο δρόμο από του Μακρυγιάννη. Γύρω από την πλατεία υπήρχαν πρόχειρες κατασκευές που φιλοξενούσαν κέντρα διασκεδάσεως. Στο πλαίσιο της διαμόρφωσης των λόφων γύρω από την Ακρόπολη από τον Πικιώνη διαμορφώθηκε μια, μνημειακής κλίμακας, είσοδος που εντάσσεται στο πνεύμα της ανακατασκευής. Σήμερα, η άφιξη στο θέατρο γίνεται από την οδό Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Η κλίμακα οδηγεί στο πλάτωμα του θεάτρου. Αποτελείται από σκαλοπάτια και πλατύσκαλα διαφορετικού πλάτους. Στις παρυφές της έχουμε υποχωρήσεις ή προσχωρήσεις των μαρμάρων για την κατάλληλη προσαρμογή στο έδαφος και στα γειτονικά αρχαία επιδιώκοντας μια «γραφική» σύνδεση με αυτά.

Η «αναμαρμάρωση» λοιπόν του Ηρωδείου συνδέθηκε από την αρχή, άμεσα και ανεπιφύλακτα, με το αίτημα της επαναχρησιμοποίησής του. Χρηματοδοτήθηκε δε εν μέρει από τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους φορείς. Η εκτεταμένη ανακατασκευή του κοίλου διευκόλυνε βέβαια τις εκδηλώσεις, αποδίδοντας και πάλι το θέατρο στους Αθηναίους, δημιούργησε όμως μια έντονη αντίθεση με τα ερείπια της νότιας κλιτύος της Ακρόπολης. Ενταγμένο, λοιπόν, στο πνεύμα της ελληνικότητας το ανακατασκευασμένο Ηρώδειο δεν μπορεί παρά να γινόταν, το 1955, η έδρα του Φεστιβάλ Αθηνών.

Ο Λούκιος Βιβούλιος Ίππαρχος Τιβέριος Κλαύδιος Αττικός Ηρώδης, όπως ήταν το πλήρες όνομα του Ηρώδη Αττικού, υπήρξε εξέχουσα προσωπικότητα του 2ου μ.Χ. αιώνα. Ο σοφιστής Φιλόστρατος αφιερώνει ένα μεγάλο τμήμα του έργου του: «Βίοι Σοφιστών» για να αναφερθεί στη ζωή και τα έργα του Ηρώδη. Από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους της δεύτερης σοφιστικής, ο Αττικός, σοφιστής και ρήτωρ δίδαξε στις πιο γνωστές σχολές της αρχαιότητας, διακρίθηκε όμως περισσότερο για το ευεργετικό του έργο. Έχοντας κληρονομήσει μια τεράστια περιουσία από τους γονείς του, αφιέρωσε ένα μεγάλο μέρος του πλούτου του για να ανοικοδομήσει κτήρια αλλά και να αφιερώσει αναθήματα σε όλα τα ισχυρά ιερά κέντρα της Ελλάδος.

Τα πρώτα χρόνια της ζωής του

Ο Ηρώδης Αττικός γεννήθηκε το 101 μ.Χ. και ήταν γιος του Τίτου Κλαύδιου Αττικού και της Αθηναίας Βιβουλίας Αλκίας Αγριππίνας. Παππούς του, από την πλευρά του πατέρα του, ήταν ο Ίπππαρχος Αττικός που ανήκε στο γένος των Αιακιδών, με επιφανείς προγόνους μεταξύ των οποίων ο Μιλτιάδης και ο Κίμων. Ο παππούς του Ίππαρχος προσπάθησε ανεπιτυχώς να γίνει τύραννος της Αθήνας, με αποτέλεσμα να δημευθεί η περιουσία του. Αργότερα, ο πατέρας του Ηρώδη, ανακάλυψε σε ένα πηγάδι στο σπίτι τους ένα θησαυρό, τον οποίο ο αυτοκράτωρ Νερούας του επέτρεψε να τον διαχειριστεί, όπως αυτός ήθελε. Στη συνέχεια, ανέλαβε αξιώματα υπάτου αλλά και συγκλητικού στην πόλη της Ρώμης. Ο νεαρός Ηρώδης έλαβε επιμελημένη μόρφωση μαθητεύοντας δίπλα στους πιο σημαντικούς δασκάλους της εποχής του. Έτσι, υπήρξε μαθητής των Σκοπελιανού από τις Κλαζομενές, Πολέμωνα από τη Λαοδίκεια, Φαβωρίνου από το Arelate και Σεκούνδου του Αθηναίου. Επίσης, δάσκαλοί του στους κριτικούς λόγους ήταν ο Θεαγένης από την Κνίδο και ο Μουνάτιος ο Τραλλεύς. Τέλος, μυήθηκε στην πλατωνική φιλοσοφία από τον Ταύρο τον Τύριο. Οι πνευματικές αυτές προσωπικότητες διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του Ηρώδη.

Γνώστης της ρητορικής τέχνης και των φιλοσοφικών ιδεών σταδιοδρόμησε στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις της ανατολικής Μεσογείου. Για το λόγο αυτό θεωρείται ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της δεύτερης σοφιστικής. Κύριο μέλημά του υπήρξε η διατήρηση της σύνδεσης μεταξύ ρητορικής και σοφιστικής. Υπήρξε ικανός και επιδέξιος χειριστής της αττικής και από τους πιο ένθερμους θιασώτες του καθαρού αττικιστικού ύφους. Η συγγραφική του δραστηριότητα ήταν έντονη και περιελάμβανε: επιδεικτικούς λόγους, διατριβές, ημερολόγια, επιστολές και συλλογές όπως απανθίσματα και διάφορες σημειώσεις. Από τα συγγράμματά του διασώζεται μόνον ένας λόγος «Περί Πολιτείας», η γνησιότητα του οποίου αμφισβητείται. Μέρος του πλούτου του ο Ηρώδης το διέθεσε για να σιτίζει τους μαθητές του, λειτουργώντας ως Μαικήνας της πόλης των Αθηνών. Η επιρροή του στις μεταγενέστερες γενιές υπήρξε μικρή, κυρίως διότι δεν άρεσαν τα παλαιά αττικά πρότυπα. Εντούτοις, η αμέσως επόμενη γενιά φιλοσόφων όπως ο Αίλιος Αριστείδης, ο Αδριανός από την Τύρο, ο Αριστοκλής από την Πέργαμο, ο Χρήστος από το Βυζάντιο, ο Παυσανίας από την Καισάρεια, ο Πτολεμαίος από τη Ναύκρατη, ο Ρούφος από την Πέρινθο και από τους Ρωμαίους ο Aulus Gellius θαύμαζε το έργο του και επηρεάστηκε άμεσα από τη διδασκαλία του. Έλληνες απ’ όλες τις πόλεις της Μεσογείου έφθαναν στην Αθήνα για να διδαχθούν από τον Ηρώδη. Ο θαυμασμός και η εκτίμηση των μαθητών του Ηρώδη φαίνεται μέσα από όσα διασώζει ο Φιλόστρατος. Επί παραδείγματι, ο Αλέξανδρος από τη Σελευκεία υποστήριζε ότι: «ω Ηρώδη, τεμάχιόν σου εσμέν οι σοφισταί πάντες». Ο Ανδριανός από την Τύρο, όταν ρωτήθηκε γιατί δε μιμήθηκε το ύφος του Ηρώδη σε μία παρουσίαση των καλύτερων σοφιστών απήντησε πως: «ουτοι μέν οιοι καί μεθύοντι παραδουναι μίμησιν, Ηρώδην δέ τόν βασιλέα των λόγων αγαπητόν ήν άοινός τε καί νήφων υποκρίνωμαι». Τέλος, ο Ρούφος από την Πέρινθο αισθανόταν μεγάλη υπερηφάνεια που χρημάτισε μαθητής του Ηρώδη αποκαλώντας τον: «δεσπότην τε αυτόν καλων καί Ελλήνων γλωτταν και λόγων βασιλέα καί πολλά τοιαυτα».

Η πολιτική του σταδιοδρομία

Τα χαρίσματα αυτά του Ηρώδη σε συνδυασμό με τις ικανότητές του στη ρητορική και τη φιλοσοφία του προσέδωσαν ιδιαίτερο κύρος. Στο χώρο της πολιτικής ο Ηρώδης ανέλαβε ανώτατα αξιώματα στην Αθήνα και στη Μικρά Ασία. Το 125 μ.Χ. τοποθετείται από τον αυτοκράτορα Αδριανό έπαρχος των ελεύθερων πόλεων της Μικράς Ασίας, όπου μάλιστα επαινέθηκε για τη χρηστή διοίκηση που άσκησε και την ανακατασκευή των λουτρών της Τρωάδας από τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Το 140 μ.Χ. εκλέγεται επώνυμος άρχων στην πόλη της Αθήνας και διοργανωτής των Πανελληνίων. Τιμήθηκε μάλιστα από τους συμπολίτες του με στέφανο για την επιτυχή διοργάνωση των Παναθηναίων. Έπειτα, θα προσκληθεί από το Ρωμαίο αυτοκράτορα Αντωνίνο τον Ευσεβή για να αναλάβει τη διαπαιδαγώγηση των νεαρών διαδόχων Μάρκου Αυρήλιου και Λουκίου Βέρου. Τέλος, ως αναγνώριση της φιλίας και της ευμένειας του αυτοκράτορα προς το πρόσωπό του διορίζεται ύπατος το 143 μ.Χ.

Προσωπική ζωή

Η προσωπική ζωή του Ηρώδη προκάλεσε, ήδη από την αρχαιότητα, πολλά ερωτήματα. Αρχικά, ο Ηρώδης θα νυμφευθεί την Αλκία από την οποία απέκτησε ένα γιο, τον Ηρωδιανό, που πέθανε πρόωρα σε μικρή ηλικία. Λίγο αργότερα θα πεθάνει και η σύζυγός του. Στη συνέχεια, κατά την περίοδο που διέμενε στη Ρώμη θα γνωριστεί και θα νυμφευθεί τη Ρωμαία Ασπασία Άννια Ρήγιλλα. Η Ρήγιλλα ήταν αριστοκρατικής καταγωγής και συγγενής με τη Φαυστίνα την Πρεσβύτερη, σύζυγο του Αντωνίνου. Όταν νυμφεύθηκαν, η Ρήγιλλα ήταν 14 ετών ενώ ο Ηρώδης 40 ετών. Με την περιουσία που κληρονόμησε η Ρήγιλλα αγόρασαν μία έπαυλη τρία μίλια Βόρεια της Ρώμης επί της Αππίας οδού. Γύρω από την έπαυλη το ζεύγος είχε υπό την κατοχή του μία πολλή μεγάλη έκταση που ονομάστηκε Τριόπιο, προς τιμήν του Τριόπα μυθικού βασιλιά της Θεσσαλίας. Μετά από μία ολιγόχρονη παραμονή στην Ιταλία, το ζευγάρι θα μετεγκατασταθεί στην Ελλάδα. Στον ελληνικό χώρο ο Ηρώδης είχε κτίσει τρεις επαύλεις: στο Μαραθώνα, στην Κηφισιά και στην περιοχή της Λουκούς, στο Άστρος Αρκαδίας. Σύμφωνα με τους αρχαίες πηγές ο Ηρώδης κατηγορήθηκε για το θάνατο της Ρήγιλλας. Το έτος 160 π.Χ., η Ρήγιλλα όντας ήδη οκτώ μηνών έγκυος, κτυπήθηκε στην κοιλιά από έναν απελεύθερο ονόματι Αλκιμέδοντα, έπειτα από διαταγή του Ηρώδη, με αποτέλεσμα μητέρα και βρέφος να χάσουν τη ζωή τους.

Ωδείο του Ηρώδη Αττικού, James Stuart - Nicholas Revett - The Antiquities of Athens II London 1787.

Ο Ηρώδης απέκτησε 5 παιδιά με τη Ρήγιλλα, τρία αγόρια και δύο κορίτσια τα περισσότερα εκ των οποίων πέθαναν ενόσω ήταν ακόμη εν ζωή. Τα αγόρια έφεραν ρωμαϊκά ονόματα ενώ τα κορίτσια ελληνικά. Το πρώτο τους παιδί, ο Κλαύδιος πέθανε λίγους μήνες μετά τη γέννησή του το 141 μ.Χ. Η κόρη τους Ελπινίκη πέθανε σε ηλικία 23 ετών το 165 μ.Χ., έχοντας προλάβει να γεννήσει ένα γιο. Η δεύτερή τους κόρη Αθηναΐς ή Παναθηναΐς πέθανε σε ηλικία 18 ετών το 161 μ.Χ. Πρόλαβε να αποκτήσει ένα γιο το Λούκιο Βιβούλιο Ίππαρχο. Ο Αττικός Βραδούας, το τέταρτο παιδί, ήταν και ο μοναδικός που έζησε και πέθανε σε ηλικία 64 ετών το 209 μ.Χ. Ο Αττικός Βραδούας αντιμετώπιζε μαθησιακές δυσκολίες και στην προσπάθειά του ο Ηρώδης να του διδάξει το αλφάβητο τον ανέτρεφε μαζί με 24 δούλους, καθένας από τους οποίους ονομαζόταν με ένα γράμμα της αλφαβήτου. Μαθαίνοντας, λοιπόν, τα ονόματα των συνομήλικων του θα μάθαινε και το αλφάβητο. Ο θάνατος της μητέρας του σε συνδυασμό με την ήδη τεταμένη σχέση που είχε με τον πατέρα του απομάκρυναν τον έναν από τον άλλο. Το γεγονός αυτό έγινε ιδιαίτερα αισθητό όταν ο Ηρώδης δεν του κληροδότησε τίποτα από την περιουσία του. Τέλος, ο Ρήγιλλος πέθανε σε ηλικία 5 ετών το 155 μ.Χ. Ανάλογη τύχη, όμως, είχαν και οι τρεις προστατευόμενοι – υιοθετημένοι γιοι του Ηρώδη. Οι τρεις αυτοί νεαροί είλκυαν την καταγωγή τους από την Αφρική και έφεραν τα ελληνικά ονόματα Αχιλλεύς, Πολυδευκίων και Μέμνων. Για τη σχέση του Ηρώδη με τους τρεις αυτούς νέους έχει διατυπωθεί πλήθος απόψεων, με την κρατούσα να υποστηρίζει πώς υπήρχε μία σχέση εραστή και ερωμένου. Οι τρεις προστατευόμενοί του πέθαναν σε μικρή ηλικία. Στη μνήμη μάλιστα του Πολυδευκίωνα ο Ηρώδης διεξήγαγε αγώνες και αφιέρωσε αγάλματα. Λίγα χρόνια αργότερα, οι δύο αγαπημένες του οινοχόες βρήκαν τραγικό θάνατο, έπειτα από κτύπημα ενός κεραυνού.

Δικαστικές Διαμάχες

Αρκετές φορές οι πράξεις και τα έργα του Ηρώδη προκάλεσαν τα σχόλια και τη μήνη των συμπολιτών του και γι’ αυτό το λόγο κλήθηκε να λογοδοτήσει για τις πράξεις του. Αρχικά, όταν διατελούσε έπαρχος στις πόλεις της Μικράς Ασίας προχώρησε στην ανακατασκευή των λουτρών της Τρωάδας η οποία κόστισε συνολικά επτά εκατομμύρια δραχμές, τέσσερα εκατομμύρια παραπάνω απ’ ότι είχε αρχικώς υπολογιστεί. Οι υπόλοιπες πόλεις της Μικράς Ασίας αντέδρασαν και διαμαρτυρήθηκαν εγγράφως στον αυτοκράτορα. Ο Αδριανός, αν και αρχικά είχε επαινέσει το ενδιαφέρον και τη μέριμνα που έδειξε ο Ηρώδης ως έπαρχος, απέστειλε επιστολή προς τον πατέρα του, Κλαύδιο Αττικό, με την οποία επέπληττε τον πατέρα για τις πράξεις του γιου του. Ο Κλαύδιος Αττικός καθησύχασε τον αυτοκράτορα υποσχόμενός του ότι θα κάλυπτε ο ίδιος το ποσό των τεσσάρων εκατομμυρίων δραχμών. Μία δεύτερη διαμάχη του Ηρώδη ξέσπασε με αντίπαλο αυτή τη φορά τον αθηναϊκό λαό, επ’ αφορμή της διαθήκης του πατέρα του. Ο Κλαύδιος Αττικός όριζε στη διαθήκη του, ότι κάθε Αθηναίος πολίτης θα λαμβάνει μία μνα κάθε χρόνο. Ο Ηρώδης ήλθε σε συνεννόηση με το Δήμο και συμφώνησε να καταβάλλει εφάπαξ το ποσό των πέντε μνων σε κάθε πολίτη. Όταν, όμως, οι Αθηναίοι προσήλθαν για να λάβουν την αποζημίωση τους επιδείχθηκαν συμβόλαια που έγραφαν ότι οι πρόγονοί τους χρωστούσαν χρήματα στον πατέρα του Ηρώδη. Έτσι, άλλοι έλαβαν μικρά ποσά, άλλοι τίποτα ενώ αρκετοί αναγκάστηκαν επιπλέον να πληρώσουν. Την πράξη του αυτή οι Αθηναίοι δεν του την συγχώρησαν ποτέ, παρά τα μεγάλα έργα που οικοδόμησε.

Το 160 μ.Χ. κατά τη διάρκεια της υπατείας του γαμπρού του Βραδούα, πεθαίνει η Ρήγιλλα. Ο Βραδούας κατηγορεί τον Ηρώδη, ως υποκινητή της δολοφονίας της στο Βουλευτήριο της Ρώμης. Ο Αττικός θα απαντήσει στις κατηγορίες του Βραδούα και εν τέλει θα αθωωθεί από τον παλαιό μαθητή του και πλέον αυτοκράτορα, Μάρκο Αυρήλιο. Πολλές φορές άλλωστε, οι ισχυρές φιλίες και οι διασυνδέσεις του αποτέλεσαν εχέγγυο για την αίσια έκβαση των υποθέσεών του από κοινού μαζί με τις ρητορικές του. Γνωστές ήταν και οι αντιδικίες που είχε με διάφορους ρήτορες της πόλης των Αθηνών, μεταξύ των οποίων ο Δημόστρατος, ο Πραξαγόρας και ο Μαμερτίνος, οι οποίοι συχνά πυκνά τον κατηγορούσαν στην Εκκλησία του Δήμου. Μάλιστα, ο Φιλόστρατος περιγράφει τον φιλόσοφο Πρωτέα να ακολουθεί τον Ηρώδη και να τον κακολογεί σε ημιβάρβαρη γλώσσα. Τότε ο Ηρώδης του ζητά, στρεφόμενος προς το μέρος του, αφού τον κατηγορεί, να το κάνει τουλάχιστον σε σωστά ελληνικά. Τέλος, ο δήμος των Αθηναίων στράφηκε εναντίον του Ηρώδη, κατηγορώντας τον ότι δυνάστευε την πόλη. Για το λόγο αυτό απευθύνθηκαν στον αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο. Στη δίκη που ακολούθησε ο Ηρώδης καταπονημένος και τραυματισμένος ψυχικά από το χαμό δύο νεαρών κοριτσιών που ήταν οι αγαπημένες του οινοχόοι, εκφώνησε λόγο βαρύ ενώπιον του αυτοκράτορα, με ένα κατηγορώ που στρεφόταν ακόμη και κατά του ίδιου του Μάρκου Αυρηλίου. Ο Μάρκος Αυρήλιος, όμως, για ακόμη μία φορά θα προστατέψει το δάσκαλο και παιδαγωγό του και δε θα τον καταδικάσει.

Το τέλος της ζωής του

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Ηρώδης είχε αποσυρθεί στην έπαυλή του στο Μαραθώνα. Η υγεία του είχε επηρεαστεί σημαντικά αφενός λόγω του γήρατος και αφετέρου λόγω των σημαντικών απωλειών των αγαπημένων του προσώπων. Τελικώς, θα πεθάνει σε ηλικία 76 ετών το 177 μ.Χ. Η εντολή που είχε δώσει στους απελεύθερούς του ήταν να ταφεί στο προαύλιο της οικίας του, εντούτοις όταν οι Αθηναίοι έμαθαν την είδηση του θανάτου του, μετέφεραν τη σωρό του στο άστυ, όπου και τον πένθησαν αποδίδοντάς του μεγάλες τιμές και τελικά τον ενταφίασαν στο Παναθηναϊκό στάδιο. Στον τάφο του τοποθέτησαν το εξής επίγραμμα:

Αττικου Ηρώδης Μαραθώνιος, ου τάδε πάντα

Κειται τωδε τάφω, πάντοθεν ευδόκιμος.

Το αναθηματικό – ευεργετικό του έργο

Ο Ηρώδης διέθεσε μεγάλο μέρος του πλούτου του για την οικοδόμηση ναών και κτηρίων, την προσφορά αγαλμάτων και τη διοργάνωση αγώνων. Οι προσφορές του συναντώνται σε πολλές πόλεις της Ελλάδας αλλά και της ευρύτερης λεκάνης της Μεσογείου.

Αρχικά, μεγάλο μέρος της περιουσίας του το διέθεσε για να λαμπρύνει την πόλη των Αθηνών. Όταν ανέλαβε τη διοργάνωση των Παναθηναίων, τέλεσε τη γιορτή με ιδιαίτερη λαμπρότητα και πολυτέλεια. Το ομοίωμα πλοίου που έσερναν τα υποζύγια αντικαταστάθηκε με πραγματικό πλοίο το οποίο κινούνταν από έναν αφανή μηχανισμό. Στο πλοίο είχε τοποθετηθεί επιδέξια το πέπλο της θεάς, το οποίο ένεκα της κίνησης ανέμιζε προξενώντας θαυμασμό στους θεατές. Επίσης, μετεβλήθη και η ενδυμασία των εφήβων οι οποίοι φόρεσαν λευκούς χιτώνες αντί των μελανών που συνηθίζονταν μέχρι τότε. Για τη λειτουργία του αυτή οι Αθηναίοι τον τίμησαν με στεφάνι. Τότε, ο Αττικός τους υποσχέθηκε ότι την επόμενη φορά θα τους υποδέχονταν σε στάδιο κατασκευασμένο από λευκό μάρμαρο. Πράγματι, εντός τεσσάρων ετών (140 – 144 μ.Χ.) ανακαινίζεται το Παναθηναϊκό στάδιο. Το νέο στάδιο είχε μήκος στίβου 204,07 μ. και πλάτος 33,35 μ. και ήταν πεταλόσχημο. Η χωρητικότητά του ανερχόταν στους 50.000 θεατές. Ανάμεσα στις κερκίδες υπήρχαν κτιστές κλίμακες. Στην πρόσοψη και στη σφενδόνη υπήρχαν στοές. Μάλιστα, οι Αθηναίοι πικραμένοι από το γεγονός πως δεν κληρονόμησαν τίποτα από την περιουσία του πατέρα του, απεναντίας μάλιστα πολλοί του κατέβαλαν και αποζημιώσεις, υποστήριζαν πως δίκαια το στάδιο ονομάστηκε Παναθηναϊκό, διότι κατασκευάστηκε από όσα στερήθηκαν οι Αθηναίοι.

Αργότερα, το 160 μ.Χ. ο Ηρώδης θα αφιερώσει τα κοσμήματα της συζύγου του για να τιμήσει τη μνήμη της στο ιερό της Περσεφόνης και της Δήμητρας στην Ελευσίνα. Ακόμη, έκτισε οικοδομήματα με σημαντικότερο απ’ όλα το Ωδείο, το οποίο κτίστηκε πάνω στα ερείπια του προηγούμενου που είχε καταστραφεί το 15 π.Χ. Ήταν ένα στεγασμένο οικοδόμημα με οροφή από ξύλο κέδρου. Διέθετε 32 σειρές από μαρμάρινες κερκίδες και η χωρητικότητά του υπολογίζεται στους 5000 θεατές. Η ορχήστρα είχε ημικυκλικό σχήμα και κατασκευάστηκε κατά τα πρότυπα των ρωμαϊκών θεάτρων της εποχής. Στο βάθος της σκηνής τοποθετούνταν υπερυψωμένο το σκηνικό οικοδόμημα, το οποίο διέθετε τρεις ορόφους, δύο εκ των οποίων σώζονται μέχρι σήμερα.

Ανάμεσα στα σημαντικότερα μνημειώδη οικοδομήματα που χρηματοδότησε ο Ηρώδης συγκαταλέγεται και η κατασκευή της πηγής στην Ολυμπία. Το έργο αυτό συνδύαζε την καλλιτεχνική σκοπιμότητα με τη χρησιμότητα. Ο Αττικός προχώρησε από κοινού μαζί με τη Ρήγιλλα στην κατασκευή αυτού του πολυδάπανου νυμφαίου το 153 μ.Χ. για να πείσουν τους Ηλείους, ώστε να δώσουν το αξίωμα της ιέρειας της θεάς Δήμητρας Χαμύνης στη Ρήγιλλα. Η ιέρεια της θεάς ήταν η μοναδική γυναίκα που μπορούσε να παρακολουθήσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Μάλιστα λάμβανε θέση στο στάδιο απέναντι από τους Ελλανοδίκες και αποτελούσε ιδιαίτερα τιμητικό τίτλο. Η χρησιμότητα του νυμφαίου ήταν ιδιαίτερα σημαντική, καθώς θα υδροδοτούσε τον ιερό χώρο της Ολυμπίας δίχως να χρειάζεται οι παρευρισκόμενοι και οι αθλητές να καταφεύγουν στα γειτονικά πηγάδια για να βρουν νερό. Σε μια περιοχή με έντονα ξηρό κλίμα η πηγή έλυνε το πρόβλημα της λειψυδρίας αλλά και της αυξανόμενης ζήτησης νερού την περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων. Το Νυμφαίο ήταν μια επιβλητική και μεγαλοπρεπής ημικυκλική κατασκευή, η οποία διέθετε δύο ανισοϋψείς δεξαμενές και μία αψίδα. Η διάμετρος του νυμφαίου ήταν 30 μ. Ο ημικυκλικός τοίχος της αψίδας ήταν κτισμένος με οπτόλινθους με πλούσια μαρμάρινη επένδυση και είχε δύο ορόφους. Σε κάθε όροφο υπήρχαν 11 κόγχες, στις οποίες είχαν τοποθετηθεί μαρμάρινα αγάλματα. Στην κεντρική κόγχη και των δύο σειρών υπήρχε το άγαλμα του Δία. Στον πρώτο όροφο το άγαλμα του Δία πλαισιωνόταν εκατέρωθεν από τα αγάλματα της οικογένειας του Αυτοκράτορα Αντωνίνου του Ευσεβή ενώ στο δεύτερο όροφο τις κόγχες καταλάμβαναν τα αγάλματα της οικογένειας του Ηρώδη και της Ρήγιλλας. Στην ημικυκλική δεξαμενή είχε το τοποθετηθεί ένας ταύρος από μάρμαρο που έφερε την επιγραφή:

«ΡΗΓΙΛΛΑ ΙΕΡΕΙΑ ΔΗΜΗΤΡΟΣ ΤΟ ΥΔΩΡ ΚΑΙ ΤΑ ΠΕΡΙ ΤΩ ΥΔΩΡ ΤΩ ΔΙΙ»

Κάτω από τον τοίχο που είχε τοποθετηθεί ο ταύρος υπήρχε μία ακόμη δεξαμενή την οποία υδροδοτούσε το νερό που έτρεχε από τις κρήνες. Στα δύο άκρα της δεξαμενής είχαν κτιστεί δύο κυκλικοί, περίπτεροι οικίσκοι κορινθιακού ρυθμού, στους οποίους είχαν τοποθετηθεί ένας ανδριάντας του Ηρώδη Αττικού και ένας του Αυτοκράτορα Αντωνίνου του Ευσεβή.

Στο ιερό του Ισθμού ο Αττικός αφιέρωσε ένα μεγάλο άγαλμα του θεού Ποσειδώνα, της Αμφιτρίτης και της αναπαράστασης του Μελικέρτη πάνω στο δελφίνι. Επίσης, στη γειτονική Κόρινθο έκτισε στεγασμένο θέατρο. Προς τιμήν του Θεού Απόλλωνα στους Δελφούς χρηματοδότησε την εγκατάσταση λίθινων εδωλίων στο στάδιο που διεξάγονταν τα Πύθια. Τα εδώλια κατασκευάστηκαν από ασβεστόλιθο Παρνασσού. Το στάδιο ήταν πεταλόσχημο και είχε μήκος 177,55 μ. και πλάτος 25,50 μ. Η βόρεια πλευρά διέθετε 12 σειρές εδωλίων ενώ η νότια 6 σειρές εξαιτίας του επικλινούς εδάφους. Τα εδώλια διακόπτονταν από κλίμακες που διευκόλυναν την κυκλοφορία των θεατών. Η χωρητικότητα του σταδίου μετά την εγκατάσταση των εδωλίων ανερχόταν σε 5.000 θεατές. Στις Θερμοπύλες προσέφερε χρήματα για την κατασκευή ιαματικών κολυμβηθρών από μάρμαρο για τη θεραπεία των ασθενών της περιοχής. Ανάλογα έργα χρηματοδότησε στην Πελοπόννησο, την Εύβοια, τη Βοιωτία, την Αλεξάνδρεια και την Ιταλική Χερσόνησο.