1830 – 1880: ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΥ
Σε γλώσσα καθαρεύουσα γράφεται ιστορικό, κυρίως, μυθιστόρημα, κατά μίμηση ξένων προτύπων. Τα θέματα αντλούνται είτε από το πρόσφατο ηρωικό παρελθόν (π.χ. Η ηρωίς της Ελληνικής Επαναστάσεως του Στ. Ξένου) είτε από τη μεσαιωνική ιστορία (π.χ. Ο αυθέντης του Μορέως του Αλ. Ραγκαβή).
Σε αυτήν την περίοδο ανήκουν και τα μυθιστορήματα του Αλ. Παπαδιαμάντη Οι έμποροι των εθνών και Η γυφτοπούλα.
Ωστόσο παρατηρούνται και ρεαλιστικά φανερώματα σε ορισμένα έργα (π.χ. Η Πάπισσα Ιωάννα του Εμμ. Ροΐδη, Ο Θάνος Βλέκας του Π. Καλλιγά, Η στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι – ανωνύμου).
Σταθμό για μετάβαση από το ιστορικό μυθιστόρημα στο ηθογραφικό διήγημα αποτελεί το έργο του Δ. Βικέλα Λουκής Λάρας.

1880 – 1922: ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣλ.ο
Δημιουργία εθνικής λογοτεχνίας – στροφή σε ελληνικά θέματα για φρονηματισμό (αυτό ήταν και ο στόχος του διαγωνισμού του περιοδικού Εστία).
Ηθογραφικό – ψυχογραφικό – κοινωνικό διήγημα με επιδράσεις, κυρίως, του ρεαλισμού και του νατουραλισμού.
Χαρακτηριστικά νεοελληνικού διηγήματος: μακροβιότητα, εντοπιότητα, εθνοϊδεολογική σκοπιμότητα, ρεαλισμός, νατουραλισμός, λυρισμός, εθιμογραφία – λαογραφισμός, λογοτεχνικός δημοτικισμός, στατικότητα (δεν γράφονται συνθετότερα έργα).
Διηγηματογράφοι: Γ. Βιζυηνός, Αλ. Παπαδιαμάντης, Α. Καρκαβίτσας, Ιω. Κονδυλάκης, Γρ. Ξενόπουλος, Κ. Θεοτόκης, Δημ. Βουτυράς κ.ά.
1922 – 1945: ΝΕΟΤΕΡΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ – ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ
Παρατηρείται άνθηση του αφηγηματικού λόγου, η οποία οφείλεται κυρίως στη σταθεροποίηση της πολιτικο-οικονομικής κατάστασης, στην αστικοποίηση και στη διακίνηση ιδεών με τη μετάφραση ξένων λογοτεχνικών έργων.
Οι συγγραφείς έχουν διαφορετική προέλευση και καταβολές και τα έργα τους διακρίνονται για την ποικιλία επιδράσεων και ροπών:
Þ Πιο κοντά στην παράδοση οι πεζογράφοι του ’20.
Þ Ανανέωση στο ύφος και στη γλώσσα από τη γενιά του ’30.
Þ Εσωτερισμός – ιδιότυπες περιπτώσεις της «Σχολής» της Θεσσαλονίκης.
Τάσεις μεσοπολεμικής πεζογραφίας:
Þ Διερεύνηση του αστικού χώρου (Πανθέοι – Τ. Αθανασιάδη)
Þ Διερεύνηση του ατομικού και ιδιότυπου στοιχείου (Γιούγκερμαν – Μ. Καραγάτση, Αργώ – Γ. Θεοτοκά)
Þ Κοσμοπολίτικη τάση (Η φυλή των ανθρώπων – Θρ. Καστανάκη, Ο συνταγματάρχης Λιάπκιν – Μ. Καραγάτση)
Þ Αντιμιλιταριστικό πνεύμα (Ζωή εν τάφω – Στρ. Μυριβήλη, Ιστορία ενός αιχμαλώτου – Στρ. Δούκα, Το Νούμερο 31328 – Η. Βενέζη)
Þ Ενδοσκόπηση εσωτερικής ζωής – εσωτερικός μονόλογος (Στ. Ξεφλούδας, Γ. Δέλιος, Γ. Πεντζίκης, Αλ. Γιαννόπουλος).
Þ Ανανεωμένη γραφή κοντά στον υπερρεαλισμό (Γ. Μπεράτης, Μ. Αξιώτη, Γ. Σκαρίμπας)
Þ Απομάκρυνση από το παρόν και την κοινωνική πραγματικότητα – στροφή σε προσωπικά βιώματα του παρελθόντος ή στο ιστορικό παρελθόν (Ερόικα /Στου Χατζηφράγκου – Κ. Πολίτη , Λεωνής – Γ. Θεοτοκά)
Þ Στροφή προς τη φύση και παράδοση για αναζήτηση αυθεντικής ζωής (Πέδρο Καζάς – Φ. Κόντογλου)
Þ Χαμηλοί τόνοι μικροαστικού χώρου (Μενεξεδένια Πολιτεία – Αγγ. Τερζάκη).
{πηγή: Γ. Παγανός, Η νεοελληνική πεζογραφία, 1983}
1945 – ΣΗΜΕΡΑ: ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ – ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ
Ανανέωση και διεύρυνση των δυνατοτήτων του αφηγηματικού λόγου.
Έκφραση, κυρίως, της τραγικής διάψευσης των ελπίδων του μεταπολεμικού ανθρώπου, της σύγχυσης και της αγωνίας του, σε μια γλώσσα τολμηρά ρεαλιστική.
Τάσεις μεταπολεμικής πεζογραφίας:
Þ Κριτική μελέτη και απεικόνιση της πραγματικότητας και απόδοση κάποτε των πιο αποκρουστικών πλευρών της (Ν. Κάσδαγλης, Κ. Ταχτσής, Αλ. Κοτζιάς, Α. Φραγκιάς κ.ά.).
Þ Κοινωνικοί και πολιτικοί προβληματισμοί (Δ. Χατζής, Κ. Κοτζιάς, Στρ. Τσίρκας, Σπ. Πλασκοβίτης, Α. Σαμαράκης κ.ά.).
Þ Φυγή από την πραγματικότητα – καταφύγιο στη λυρική πεζογραφία του κλειστού χώρου (Μ. Λυμπεράκη, Τ. Γκρίτση-Μιλλιέξ, Εύα Βλάμη, Αγγ. Βλάχος, Γ. Σαράντη).
Þ Νέες εκφραστικές αναζητήσεις – επιδράσεις από τα νέα ευρωπαϊκά λογοτεχνικά ρεύματα (Γ. Χειμωνάς, Ν. Μπακόλας κ.ά.).
{πηγή: Λ. Πολίτης, Ιστορία της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας, 1982}
ΝΕΟΤΕΡΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Έννοια και περιεχόμενο
Ο όρος «νεοτερικός» (ή «μοντέρνος») υποβάλλει μιαν αντίθεση με τον όρο «παραδοσιακός». Δεν υπάρχουν όμως στεγανά και σχηματοποιήσεις με απόλυτη ισχύ. Εξάλλου, «η συνέχεια υπάρχει μέσα στη ρήξη και η ρήξη μέσα στη συνέχεια», σύμφωνα με τον Παν. Μουλλά.
Το «νεοτερικό κείμενο» αποτελεί ουσιαστικά θεωρητική κατασκευή, γιατί κανένα έργο δεν συγκεντρώνει όλα τα «γνωρίσματα» της νεοτερικής πεζογραφίας.
Γενικά, θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο νεοτερικός χώρος αποτελεί ένα σύνολο θραυσμάτων, συνιστά τον χώρο του σχετικού, του άλογου στοιχείου, της υποκειμενικής σκοπιάς. Αντιθέτως, ο παραδοσιακός χώρος είναι ο χώρος της ρεαλιστικής αναπαράστασης και του αντικειμενικού πεδίου.
Προσδιορίζοντας χρονικά την εμφάνιση νεοτερικών τάσεων στη νεοελληνική πεζογραφία, οι μελετητές τοποθετούν το σημείο τομής στη δεκαετία του ’30, επειδή τότε:
Þ μεταφράζονται για πρώτη φορά μερικοί από τους σημαντικότερους πρωτοποριακούς πεζογράφους (Μ. Προυστ, Τζ. Τζόυς, Φρ. Κάφκα, Β. Γουλφ).
Þ το λογοτεχνικό περιοδικό της Θεσσαλονίκης Μακεδονικές ημέρες (1932-1939) στεγάζει και καλλιεργεί νεοτερικές τάσεις. Στο περιοδικό αυτό δημοσιεύονται έντονες συζητήσεις για τον εσωτερικό μονόλογο, μεταφράσεις πρωτοποριακών έργων (π.χ. Οι δάφνες κόπηκαν του Ed. Dujardin – μτφρ. Ν. Γ. Πεντζίκη) και κείμενα πεζογράφων της Θεσσαλονίκης (Στ. Ξεφλούδα, Ν. Γ. Πεντζίκη, Αλκ. Γιαννόπουλου, Γ. Δέλιου).
Þ εκδίδονται ορισμένα έργα τα οποία πιστοποιούν τη συνάφειά τους με τον υπερρεαλισμό, όπως το Διασπορά του Γ. Μπεράτη (1930), το Σόλο του Φίγκαρο του Γ. Σκαρίμπα (1938) και το Θέλετε να χορέψομε Μαρία; της Μ. Αξιώτη (1940).7
O Κυρίως από το ’60 και μετά παρατηρείται μια εκφραστική ανανέωση και πειραματισμοί σε έργα των Στρ. Τσίρκα, Β. Βασιλικού, Ά. Αλεξάνδρου, Κ. Ταχτσή, Ν. Κάσδαγλη, Ν. Μπακόλα, Γ. Χειμωνά κ.ά.
Την πιο ακραία μορφή νεοτερικής γραφής αποτελεί το αντιμυθιστόρημα (γαλλ. Νouveau Roman – «νέο μυθιστόρημα»), με κύρια χαρακτηριστικά την επίπεδη γραφή και την έλλειψη διαλόγου. Αντιπροσωπευτικό δείγμα αυτής της γραφής αποτελεί το έργο του Γ. Χειμωνά.
Ωστόσο, εξακολουθεί να είναι μεμονωμένη ή προδρομική η παρουσία νεοτερικών τάσεων και δεν υποσκελίζει την παραδοσιακή παραγωγή.
ΑΠΟΚΛΙΣΕΙΣ ΝΕΟΤΕΡΙΚΟΥ ΠΕΖΟΥ ΛΟΓΟΥ
O Υποτυπώδης πλοκή – αμφισβητείται ακόμη και η ίδια η αφηγηματική νομοτέλεια. Συνήθως, πρόκειται για αυθαίρετη διαδοχή γεγονότων (π.χ. σε έργα των Ν. Γ. Πεντζίκη, Τ. Γκρίτση-Μιλλιέξ, Γ. Χειμωνά).
— Πρόσωπα αυθύπαρκτα και ταυτοχρόνως λειψά, πρόσωπα-σκιές που δεν νοιάζονται να «ολοκληρωθούν» και να μεταβληθούν σε χαρακτήρες.
— Χρόνος πρισματικός – ψυχολογικός ή συνειρμικός, διαθλασμένος ή κατακερματισμένος – που διασπάται σε ποικίλους χρόνους (π.χ. σε έργα των Στρ. Τσίρκα, Γ. Ιωάννου, Β. Βασιλικού). Ουσιαστικά πρόκειται για τον νεοτερικό χρόνο του αιώνα μας.
— Αφηγητής απογυμνωμένος από τη θεϊκή του παντογνωσία, με γνώση λειψή, σχετική, αβέβαιη. Δεν μιλάμε, συνήθως, για αφηγητή αλλά για αφηγητές (π.χ. Ακυβέρνητες Πολιτείες του Στρ. Τσίρκα, Το τρίτο στεφάνι του Κ. Ταχτσή). Αυξάνονται έτσι οι οπτικές γωνίες και οι εκδοχές (πολλαπλή αφήγηση – π.χ. Κεκαρμένοι του Ν. Κάσδαγλη).
— Γραφή που δίνει την εικόνα ενός πρωτεϊκού συνεχούς – λόγος χαώδης που μοιάζει να ανασύρεται από το υποσυνείδητο προτού αρθρωθεί. Στίξη ουσιαστικά καταργημένη. Δείγματα υπερρεαλιστικής γραφής υπάρχουν στα έργα των Ν. Γ. Πεντζίκη, Γ. Σκαρίμπα, Τ. Γκρίτση-Μιλλιέξ, Γ. Χειμωνά.
— Εσωτερικός μονόλογος, λόγος χωρίς ακροατή που αποτελεί ροή της συνείδησης. Συναντάται στους πεζογράφους της Θεσσαλονίκης και σε ανανεωμένη μορφή στους Γ. Καχτίτση, Γ. Χειμωνά, Ν. Μπακόλα. Ανιχνεύεται, επίσης, σε έργα των Στρ. Τσίρκα, Γ. Ιωάννου και Κ. Ταχτσή.
— Εξάλειψη διακρίσεων – ορίων ανάμεσα στα λογοτεχνικά είδη. Ποιητικοποίηση πρόζας (Γ. Ιωάννου, Γ. Χειμωνάς). Νέοι όροι στο προσκήνιο: πεζογράφημα (Γ. Ιωάννου), «κείμενο» (Ν. Γ. Πεντζίκης, Γ. Χειμωνάς ), μονόπρακτο (Θ. Βαλτινός).
— Απαραίτητη η συμμετοχή του αναγνώστη, ο οποίος αναβαθμισμένος και αναγκαστικά επαρκής αναλαμβάνει τη νοηματοδότηση του κειμένου.
— Έντονη η αυτοαναφορικότητα και η μεταγλωσσική λειτουργία. Το κείμενο αποτελεί έναν προβληματισμό για την ίδια την ύπαρξή του, και, κάποτε, παράγεται μπροστά στα μάτια του αναγνώστη. Σύμφωνα με τον Jean Ricardou, το νεοτερικό κείμενο είναι η περιπέτεια μιας αφήγησης, ενώ το παραδοσιακό είναι η αφήγηση μιας περιπέτειας.
— Αυξημένη η διακειμενικότητα ποσοτικά και ποιοτικά.
{βασική πηγή: Παν. Μουλλάς, Για μια γραμματική του νεοτερικού πεζού λόγου, στο Παλίμψηστα και μη, 1992, εκδ. Στιγμή}
Ανίχνευση νεοτερικών τάσεων σε πεζογραφήματα Ελλήνων λογοτεχνών
— Ν. Γ. Πεντζίκης: ο παλαιότερος συγγραφέας, ο οποίος συγκεντρώνει και τα πιο πολλά νεοτερικά στοιχεία. Τα έργα του παρουσιάζουν λογικά και αφηγηματικά άλματα, και χαρακτηριστικά του υπερρεαλισμού.
— Αλ. Κοτζιάς: στα έργα του (Πολιορκία, Μια σκοτεινή υπόθεση, Ο Εωσφόρος) εκφράζει τα κατοχικά και εμφυλιακά πάθη, χρησιμοποιώντας αντιήρωες και ποικίλες τεχνικές.
— Στρ. Τσίρκας: στην τριλογία Ακυβέρνητες Πολιτείες (Η Λέσχη, Αριάγνη, Η Νυχτερίδα) συνταιριάζει τη ρεαλιστική αναπαράσταση με ό,τι καλύτερο του μοντερνισμού: κατάτμηση του αφηγηματικού χωροχρόνου, πολυεστιακή εκδίπλωση του μύθου (μυθιστόρημα-ποταμός, γαλλ. roman-fleuve), εσωτερικός μονόλογος. Υπάρχει τριλογία θεμάτων (έρωτας, πολιτική, Ιστορία), τριλογία προσώπων (Έλληνες, Ευρωπαίοι, Ανατολίτες), τριλογία χώρου (Ιερουσαλήμ, Κάιρο, Αλεξάνδρεια) και τριλογία αφηγητών και αφηγήσεων (σε πρώτο πρόσωπο, σε δεύτερο – εσωτερικός μονόλογος και σε τρίτο).
— Β. Βασιλικός: στην τριλογία του (Το Φύλλο, Το Πηγάδι, Τ’ Αγγέλιασμα) ενώ μύθος και πρόσωπα είναι διαφορετικά σε κάθε βιβλίο, ωστόσο συγκλίνουν στον ίδιο συμβολισμό. Τα τρία βιβλία, ουσιαστικά, αποτελούν τρεις φάσεις του ίδιου κεντρικού θέματος.
— Κ. Ταχτσής: στο μυθιστόρημα Το τρίτο στεφάνι χρησιμοποιεί αφήγηση σε ασταμάτητη ροή με πρωθύστερα, παρεκβολές και συναισθηματικές αποστροφές. Ακολουθεί την τεχνική της εγκιβωτισμένης αφήγησης (ένθετη αφήγηση της κυρα-Εκάβης στην αφήγηση της Νίνας). Και οι δύο αφηγήσεις είναι σε πρώτο πρόσωπο. Γράφει σε γλώσσα άμεση, ελεύθερη, χωρίς δεσμεύσεις και αποκρύψεις.
— Γ. Ιωάννου: τα πεζογραφήματά του αποτελούν βασικά ένα πεζογράφημα σε διαδοχικές φάσεις. Η αφήγησή του είναι μονοεστιακή, ο αφηγητής είναι σχεδόν πάντοτε ο ίδιος (είτε δρων είτε θεατής), ο οποίος συνταυτίζεται με τα βάσανα και τις λαχτάρες μιας ολόκληρης ομάδας ανθρώπων. Κυρίαρχος είναι ο εξομολογητικός τόνος και ένας έντονος και ευθύβολος ρεαλισμός.
— Μ. Χάκκας: γράφει μικρά κείμενα σε πρώτο πρόσωπο, σαν είδος μονολόγου, τα οποία αποτελούν συγχρόνως μαρτυρία και διαμαρτυρία για την ελληνική πραγματικότητα. Στο έργο του Το Κοινόβιο κυριαρχούν τόνοι ελεγειακοί σε εξημμένη φαντασία που φτάνει ως τις παραισθήσεις.
— Ν. Καχτίτσης: παρουσιάζει τα έργα του σαν αφήγηση τρίτων ή σαν επιστολές και συνδυάζει την ονειρική μορφή του μοντέρνου εσωτερικού μονολόγου με τον ρεαλιστικό τρόπο του παραδοσιακού μυθιστορήματος (κυρίως στα έργα του Ο εξώστης, Ο Ήρωας της Γάνδης).
— Γ. Χειμωνάς: τα γραπτά του διερευνούν ψυχαναλυτικά τις εσωτερικές πτυχές της συνείδησης και διακρίνονται για τη νεοτερική του γραφή και για πολλά δάνεια στοιχεία από το αντιμυθιστόρημα (π.χ. επίπεδη γραφή, έλλειψη διαλόγων).
— Ν. Μπακόλας: καλλιεργεί την πεζογραφία του εσωτερικού χώρου, όπου επανέρχονται τα θέματα της μνήμης και του ονείρου (π.χ. στο Ύπνος θάνατος), και διακρίνεται για την προσωπική του γραφή. Αφομοιώνει δημιουργικά στοιχεία από το έργο του αμερικανού πεζογράφου Φώκνερ, τον οποίο και μετέφρασε.
— Ά. Αλεξάνδρου: στο έργο του Το Κιβώτιο, ο Εμφύλιος μεταστοιχειώνεται σε έναν καφκικό λαβύρινθο με ψυχαναλυτικές, αλληγορικές και μυθολογικές προεκτάσεις. Γραμμένο σαν είδος αναφορών προς έναν αόρατο ανακριτή, αποτυπώνει εύστοχα τον παραλογισμό και τη σύγκρουση των καταστάσεων σε μία ιδιότυπη αγχώδη γραφή, η οποία φτάνει σχεδόν ως την κατάλυση της συντακτικής δομής.
— Τ. Γκρίτση-Μιλλιέξ: στο έργο Και ιδού ίππος χλωρός σπάζει τα καθιερωμένα εκφραστικά καλούπια. Υποτυπώδης σχεδόν μύθος, αφηγητής-κάμερα που καταγράφει χωρίς σχόλια, κινηματογραφική γραφή, επίμονη αφαίρεση, κρυπτογραφικός λόγος.
{βασική πηγή: Λ. Πολίτη Ιστορία της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας, 1982}