Φέτος στο φεστιβάλ Cinéalma de Carros συμμετέχουν δύο ελληνικές ταινίες.
Το φεστιβάλ ξεκινά: Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2021 17:00  και τελειώνει  Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2021 23:59 μ.μ.
Αίθουσα :   Salle J. Gréco
Οι ταινίες που θα προβληθούν είναι;
Digger του Γεωργή Γρηγοράκη 
Με τους Βαγγέλη Μουρίκη, Αργύρη Πανταζάρα, Σοφία Κόκκαλη
Μπορεί το «Digger» να είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, όμως ο Τζώρτζης Γρηγοράκης κρατά γερά τη θέση του στο νέο ελληνικό σινεμά, ως ένας από τους πιο ελπιδοφόρους δημιουργούς του, ήδη από το 2009, όταν κέρδισε το Βραβείο Καλύτερης Μικρού Μήκους της ΕΑΚ με το «Κι Εγώ για Μένα». Τον συναντήσαμε στο Φεστιβάλ Δράμας το 2012 με το «Revolving», χειροκροτήσαμε όταν το «45 Βαθμοί» επιλέχθηκε από το Φεστιβάλ του Κλερμόν Φεράν. Και περιμέναμε… το σήμερα: σε λίγες μέρες, το «Digger» κάνει την παγκόσμια πρεμιέρα του στο Πανόραμα του 70ού Φεστιβάλ Βερολίνου.
Από τη συνέντευξη του Τζώρτζη Γρηγοράκη στο Flix:

Η ιδέα ξεκίνησε με ένα χαρακτήρα, έναν άντρα, με το δικό του κώδικα, που μένει χρόνια μόνος σε ένα κτήμα στη μέση του πουθενά. Καλύτεροί του φίλοι, το άλογό του και το τουφέκι του. Αντίθετα με τους παλιούς καουμπόηδες που περιπλανώνται συνεχώς, έχει ριζώσει εμμονικά στην καρδιά ενός πανέμορφου ορεινού δάσους και δεν το κουνάει ρούπι. Το προστατεύει και τον προστατεύει. Μοναχικότητα, περηφάνια, εγωισμός και αποδοχή από τη μια μεριά. Κοινωνική βία, συγκρούσεις και διεκδικήσεις γύρω του. Οι θεματικές έμοιαζαν με γουέστερν, και έτσι βάλαμε την ιστορία σε ένα πλαίσιο. Υπήρχε σαν αναφορά η αίσθηση και η αντίληψη που είχε ο κάθε συνεργάτης στο μυαλό του για το ποια μπορεί να είναι η ατμόσφαιρα ενός γουέστερν, όχι όμως κάποια συγκεκριμένη αναφορά σε κάτι. Το τοπίο, η αισθητική και ο ρυθμός σε μέρη της παρατημένης ελληνικής επαρχίας, καθαρόαιμο γουέστερν είναι. Σε αυτή την αισθητική ακουμπήσαμε.

Ομως, η αφήγηση ανατρέπει τελικά τα περισσότερα στοιχεία του είδους. Κατ’αρχάς είναι μια ιστορία ειπωμένη από την οπτική των ιθαγενών, όχι των καουμπόηδων. Το τοπίο δεν είναι ζεστό και ξηρό, αλλά υγρό και ψυχρό. Σε αντίθεση με τα στερεότυπα, ο ανδρισμός στο τέλος μετριέται με τη δύναμη των χαρακτήρων να υποχωρήσουν και να δώσουν, όχι να επιβληθούν και να κυριαρχήσουν. Το «Digger» είναι ένα σκοτεινό και τρυφερό γουέστερν για τη σχέση δυο καβαλάρηδων, ένας με άλογο, άλλος με μηχανή, που σκάβουν στη λάσπη για να βρουν κάτι από τον άλλον που έχουν χάσει καιρό τώρα.Και τότε, το εσωτερικό τοπίο των πρωταγωνιστών, το συναίσθημα, βράζει:

Είναι μια αρχετυπική ιστορία ενός γιου που αναζητάει τον πατέρα του. Αλλά είναι από τη μεριά του πατέρα, που τελικά και ο ίδιος αναζητάει το γιο του. Για να βρεθούν περνάνε από κύματα και συγκρούσεις, διαχρονικές και αρχέγονες, από την ιστορία του Πινόκιο, τη Βίβλο και πιο πίσω.Το διαχρονικό είναι επίκαιρο, όπως στην εποχή της παγκοσμιοποίησης το τοπικό είναι και παγκόσμιο. Για όλες τις σύγχρονες κοινωνίες, όχι μόνο για την ελληνική.

Η σχέση πατέρα γιου είναι ιερή – με την έννοια της ευθύνης, του σεβασμού, της γνώσης και της φροντίδας. Το ίδιο είναι και η σχέση με τη φύση. Οπως τόσα χρόνια οι άνθρωποι ζητάνε ισότητα στις σχέσεις μεταξύ των φύλων, της ηλικίας και της φυλής, έτσι πια και ο πλανήτης μας ζητάει μια ισότιμη σχέση, όχι μια σχέση εκμετάλλευσης. Υπάρχει επιτακτική ανάγκη να συνδέσουμε τις ανθρώπινες ιστορίες με την ιστορία του πλανήτη. Η φύση ξέρει και μπορούμε να μάθουμε (ή απλώς να θυμηθούμε) απ’ αυτή και να εφαρμόσουμε την ισορροπία που την ορίζει στις σχέσεις μας. Βρίσκω μεγάλη συνάφεια σε αυτές τις δυο συγκρουσιακές σχέσεις.

Ενα άλλο παράδειγμα είναι τα τοξικά απόβλητα από τις βαριές βιομηχανίες. Σε περιπτώσεις κακής διαχείρισης, πετάγονται λες κι η γη είναι σκουπιδοντενεκές. Το ίδιο κάνουμε και με τους ανθρώπους, όταν δεν ξέρουμε να διαχειριστούμε την ενέργεια που μας περισσεύει (κάποιοι την ονομάζουν τοξική). Την αδειάζουμε σε άλλους λες και είναι σκουπίδια, λες και μας φταίνε.Οι σχέσεις είναι βάσανο, θέλουν θυσίες και πρώτα από όλα πρέπει να θυσιαστεί το «πολύτιμο» εγώ μας.

Η σύνδεση με τα πάτρια εδάφη μεταφορικά ή κυριολεκτικά είναι η σύνδεση με τις ρίζες μας, με τους προγόνους μας. Οσοι είναι συνδεδεμένοι μπορούν να δουν πιο βαθιά στο μέλλον, πιο μακριά κι από τα παιδιά τους. Συνήθως είναι και αυτοί που ανησυχούν πιο ενεργά για το μέλλον του τόπου τους ή του πλανήτη, το ίδιο είναι. Οσο πιο βαθιές είναι οι ρίζες ενός δέντρου, τόσο πιο ψηλά θα φτάσει.

Το «Digger» είναι μια ταινία για τη γη. Ενας άντρας πρέπει να πατάει γερά στη γη, λέγανε οι παλιοί. Σαν κάποιοι, όμως, να βάρυναν για να το πετύχουν και τελικά βαλτώσανε από το βάρος τους ή τη μαγκιά τους. Μπορείς να πατάς γερά και να είσαι ελαφρύς ταυτόχρονα. Ο Νικήτας ψάχνει αυτή την ισορροπία που έχει χάσει. Για μένα είναι ένα σύμβολο για την ελληνική κοινωνία: Ζορμπάς και Βούδας ταυτόχρονα. Ετσι είμαστε ως λαός, με ακραία Διονυσιακά και Απολλώνια στοιχεία. Ετσι ισορροπούμε. Γλεντάμε τον πόνο μας. Το «Νικήτας» εμπεριέχει και τη Νίκη και την Ηττα. Είναι λες και κερδίζει χάνοντας. Μια αντιφατική κάθαρση.  

Ενα από τα δυσκολότερα θέματα της πρώτης μεγάλου μήκους είναι ο χρόνος για την ανάπτυξη του σεναρίου σε συνδυασμό με τη φοβερή δυσκολία για να ολοκληρωθεί η χρηματοδότηση. Ημουν πολύ τυχερός που υιοθετήθηκα από τη Haos Film σε αυτό το πενταετές ταξίδι που χρειάστηκε να κάνουμε για να πραγματοποιηθεί η ταινία. Η Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη, σκηνοθέτης και βασική παραγωγός, ο Χρήστος Β. Κωνσταντακόπουλος και η Φένια Κοσοβίτσα, παραγωγοί, ήταν από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις που συνάντησα στο δρόμο μου. Είναι άνθρωποι, ο καθένας με τον τρόπο του, κεφαλαιώδους σημασίας για την ύπαρξη και την ανάπτυξη του νέου ελληνικού σινεμά. Καθώς επίσης η Γαλλίδα συμπαραγωγός Γκαμπριέλ Ντιμόν, ο sales agent Μίκαελ Βέμπερ, ο Νίκος Κατσαούνης, ο Ερνστ Φασμπέντερ, η Αννα Νικολάου και η Μαρία Χατζάκου, οι οποίοι μας υποστήριξαν σε πολύ κρίσιμες στιγμές, εκεί όπου νομίζαμε ότι δεν θα καταφέρναμε ποτέ να πάμε γύρισμα, έκαναν το ανέφικτο εφικτό. Οταν σε ένα σκηνοθέτη, πόσω μάλλον πρωτοεμφανιζόμενο, δίνεται τόση εμπιστοσύνη από τέτοιους ανθρώπους που παίρνουν ρίσκα για να τον υποστηρίξουν, τα εμπόδια αντιμετωπίζονται.:

Το γύρισμα είναι σα να είσαι στο ρινγκ, κάποια στιγμή θα πέσεις, όσο καλή προετοιμασία και αν έχεις κάνει, όποιος κι αν σε υποστηρίζει στη γωνία σου. Και μετά το πρώτο χτύπημα που θα φας, ξεχνάς τα σχέδια που έχεις κάνει και απλώς παίζεις το παιχνίδι. Αγάπησα το σινεμά κάνοντάς το και όχι βλέποντάς το, αγάπησα ότι είναι ένα είδος μάχης. Κυριολεκτικά και μεταφορικά, είτε χιόνιζε είτε έβρεχε στην ταινία, κάναμε ό,τι καλύτερο μπορούσαμε με ό,τι είχαμε διαθέσιμο. Αυτό θα γίνεται και στην πρώτη και στην τελευταία ταινία, αν αλλάξει μπορεί να είναι επειδή δεν θα κάνουμε σινεμά, αλλά κάτι πιο εύκολο. Δεν θα τα κατάφερνα ούτε πρακτικά, ούτε δημιουργικά χωρίς τον βασικό πυρήνα ταλαντούχων και καταπληκτικών συνεργατών: του Βαγγέλη Μουρίκη, του Γιώργου Καρβέλα και του Θοδωρή Αρμάου, που σκάβανε μαζί μου από την πολύ αρχή μέχρι σήμερα και εμπιστεύθηκαν ότι κάτι θα βρούμε. Για να πραγματοποιηθεί μια ελληνική ταινία χρειάζονται θυσίες από μια ολόκληρη φυλή. Ανεξαιρέτως, όσοι έσκαψαν για το «Digger» έδωσαν πολύ παραπάνω από όσο τους ζητήθηκε και για αυτό είμαι ευγνώμων.
Τα Μήλα επίκεντρο του Τύπου

Από τις πρώτες ημέρες του 2021 τα Μήλα είναι διαρκώς στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του κινηματογραφικού Τύπου –και όχι μόνον- σε Ηνωμένες Πολιτείες και Ευρώπη.

Η εφημερίδα Los Angeles Times στην ηλεκτρονική της έκδοση, στις 12 Ιανουαρίου, γράφει: «Η πρόταση της Ελλάδας μάς φέρνει μπροστά σε μια πραγματικότητα που δεν είναι διαφορετική από τη δική μας, όταν ένας άγνωστος ιός ρίχνει ξαφνικά τους ανθρώπους σε αμνησία». Η εφημερίδα παραθέτει αποσπάσματα από συνέντευξη του Χρήστου Νίκου, σε ένα από αυτά ο Έλληνας σκηνοθέτης λέει: «Οι θεατές της ταινίας τη βρίσκουν επίκαιρη. Αισθάνονται τα στοιχεία της αβεβαιότητας για το μέλλον, της μοναξιάς και της απώλειας».

Το περιοδικό The Hollywood Reporter έχει τα Μήλα ανάμεσα στις τρεις καλύτερες ξενόγλωσσες ταινίες του 2020. Σημειωτέον ότι σύμφωνα με τον νέο κανονισμό της Αμερικανικής Ακαδημίας μπορούν να διεκδικήσουν τη συμμετοχή τους σε όλες τις κατηγορίες των Όσκαρ. Το ίδιο περιοδικό, σε εκτενές δημοσίευμά του για τα Όσκαρ και τις φετινές δυστοπικές ξενόγλωσσες ταινίες, μετά τον περυσινό θρίαμβο των κορεάτικων Παράσιτων, επισημαίνει: «Τα Μήλα είναι μια λεπτή σάτιρα για την τεχνολογία, για τα apple στις τσέπες μας που μάς κλέβουν την μνήμη και την προσωπική μας ταυτότητα. Ο ήρωας της ταινίας, όμως, ξυπνάει με αμνησία σε έναν αναλογικό κόσμο χωρίς ίντερνετ και κινητά για να καταγράψει σε μια παλιά Polaroid τις καινούργιες εμπειρίες του, που θα τον βοηθήσουν να συνθέσει μια νέα μνήμη».

Το Screen Daily, το ημερήσιο ηλεκτρονικό δελτίου του βρετανικού περιοδικού Screen International, στις 8 Ιανουαρίου, τοποθετεί τα Μήλα στην 6η θέση μιας λίστας με τις καλύτερες ταινίες του 2020. Στην ίδια έκδοση συστήνει στους αναγνώστες του τον Χρήστο Νίκου, σε κοινή συνέντευξη με άλλους δύο πρωτοεμφανιζόμενους Ευρωπαίους δημιουργούς, επισημαίνοντας ότι η Ευρώπη φέτος διαθέτει ισχυρές προτάσεις για την κατηγορία του Όσκαρ Διεθνούς Ταινίας.