Σύμφωνα με την υπ. αριθ.17889κοινή απόφαση των υπουργών Εξωτερικών, ΕσωτερικώνκαιΠαιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (ΦΕΚ Β’, 1384, 24-04-2017) καθιερώθηκε ως Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας η 9η Φεβρουαρίου, ημέρα μνήμης του εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού.

Με τον εν λόγω εορτασμό  επιδιώκεται η ανάδειξη της διαρκούς συμβολής της Ελληνικής Γλώσσας στην ανάπτυξη του ευρωπαϊκού και παγκόσμιου πολιτισμού. Η αξία της ελληνικής γλώσσας είναι ανεκτίμητη. Πρόκειται για μια γλώσσα που μιλιέται αδιάλειπτα εδώ και 40 αιώνες! Είναι η γλώσσα στην οποία μας άφησαν το έργο τους σπουδαίοι φιλόσοφοι, ποιητές και συγγραφείς. Όμηρος, Πλάτων, Θουκυδίδης, Αισχύλος, Αριστοφάνης, Ιπποκράτης, Ευαγγελιστές, Πατέρες της Εκκλησίας και τόσοι άλλοι. Η ελληνική γλώσσα διαμόρφωσε την ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού. Είναι η πλούσια γλώσσα της λογοτεχνίας και η ακριβής γλώσσα της επιστήμης, που εμπλουτίζει τις περισσότερες γλώσσες του πλανήτη και την καθημερινότητα της διεθνούς επικοινωνίας. Σκοπός του εορτασμού είναι η ευαισθητοποίηση όλων μας για την προώθηση της ελληνικής γλώσσας. Η προβολή και ενίσχυση της Ελληνικής Γλώσσας, τόσο στα ελληνικά σχολεία όσο και στην ευρύτερη κοινότητα, αποτελεί σήμερα περισσότερο από ποτέ στόχο ύψιστης προτεραιότητας.

 

Εκδήλωση αφιερωμένη στην Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας. την Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2020.στην αίθουσα εκδηλώσεων της Αναγνωστικής Εταιρίας Κερκύρας
Την εκδήλωση τίμησαν με τις ομιλίες τους ο κ. Ιωάννης Καζάζης, Ομότιμος Καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και Πρόεδρος του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, και ο κ. Αθανάσιος Ευσταθίου, Καθηγητής και Πρόεδρος του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΚΕΓ  ΚΑΘΗΓΗΤΗ Ι. Ν. ΚΑΖΑΖΗ, ΓΙΑ ΤΗΝ 9η ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2021

ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

ΕΠΕΤΕΙΑΚΟ 1821-2021

Φέτος η επέτειος της 9ης Φεβρουαρίου για την Ελληνική Γλώσσα καλεί να δούμε τη μεγάλη εικόνα, και τους μεγάλους σταθμούς στη γλωσσική μας εξέλιξη τα τελευταία 200 χρόνια, παραμερίζοντας τις συνήθεις μεμψιμοιρίες μας για τα καθέκαστα.

Η ΠΡΩΤΗ ΜΑΤΙΑ του παρατηρητή πέφτει στη γλωσσική κατάσταση του νεογέννητου κράτους –πριν από 200 χρόνια, ή, προσωποποιώντας την αφηρημένη αριθμητική, εδώ και 6 ανθρώπινες γενιές ή πριν από δύο μόλις παππούδες.  Στην προβιομηχανική και προαστική Ελλάδα, με πληθυσμό γεωργικό, και ποιμενικό, ναυτικό και μικροεπιτηδευματικό, αντιστοιχούσε μια διπλή γλωσσική πραγματικότητα: αφενός η γεροδεμένη γλώσσα των πολλών  –είτε με τη μορφή του μωσαϊκού των διαλέκτων, είτε ως μια χρηστική «πρωτο-δημοτική». Και οι δυο με μεγάλο δυναμισμό και παραγωγικότητα, αλλά και με απελπιστικά περιορισμένο εύρος λημματολογίου.  Αφετέρου  η γλώσσα των ολιγίστων, ένα υβριδικό κατασκεύασμα («φραγκ-άττικα» την αποκάλεσε ο Δ. Βερναρδάκης): μια ακραία  αρχαϊζουσα, που, διαρκώς αλληθωρίζοντας ανάμεσα στην ένδοξη αρχαία ελληνική και στην υπέρκομψη και εκθαμβωτική γαλλική της εποχής, μόλις που κατάφερνε να υπηρετεί τις ανάγκες της διοίκησης και του εμπορίου. Ο χώρος γένεσης και κατανάλωσής της ήταν κυρίως ο υπερτροφικός Τύπος της εποχής και μυθιστορήματα μεταφρασμένα εκ του γαλλικού [1]. Εκκρεμής μεταξύ των δύο, πνευματικά λιμοκτονούσε, αρρύθμιστη, και τραγελαφικά ορθογραφημένη, η γλώσσα της εκπαίδευσης.  Ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης, ο νομοθέτης της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, που αξιώθηκε να τυπώσει τη Γραμματική που διαβάζουμε ακόμη και σήμερα το 1941, γεννήθηκε το 1883, στη μικρή προ των Βαλκανικών Πολέμων Ελλάδα. Στη θλιβερή εικόνα γλωσσικής σύγχυσης και χάους, που η γλώσσα του κράτους και του σχολείου παρουσίαζε ακόμη και την εποχή των σπουδών του, εκείνος αντέταξε το δικό του όραμα υπέρβασης –και αυτή η υπέρβαση έγινε η μοίρα της γλώσσας μας μέσα στον 20ό αιώνα.

Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΜΑΤΙΑ μάς μεταφέρει στο σήμερα: Είναι αρχειακά τεκμηριωμένο πλέον ότι η συγκαιρινή μας νεοελληνική γλώσσα είναι πλουσιότερη απ’ ό,τι υπήρξε σε οποιαδήποτε άλλη φάση της μακράς ιστορίας της –της αρχαίας συμπεριλαμβανομένης.  Απόδειξη: ενώ κανένα από τα τρία μεγαλύτερα λεξικά μας που κυκλοφόρησαν μετά το 1998 δεν καταγράφει πάνω από 70.000 λέξεις-λήμματα, όπως λέμε, το ψηφιακό Αρχείο του Λεξικού Γεωργακά στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας έχει τεκμηριώσει τελεσίδικα πάνω από 200.000 λέξεις-λήμματα σε πραγματική χρήση σε σύγχρονα κείμενα, κι ο αριθμός αυτός δεν είναι παρά τα 2/3 του εκτιμώμενου συνολικού μας λεξιλογίου. 300.000 λήμματα για την ελληνική, τη γλώσσα των 11 εκατομμυρίων ομιλητών !  Για τη σωστή αποτίμηση του αριθμητικού αυτού δείκτη, αρκεί να ανατρέξουμε στο αυθεντικό λεξικό της αγγλικής, το Webster’s Third International, που καταγράφει 350.000 λέξεις-λήμματα για την πολυσυλλεκτικότερη γλώσσα του κόσμου, την αγγλική –με ένα δισεκατομμύριο χρήστες!

Το μικρό αυτό θαύμα επετεύχθη, διότι η σύγχρονη Νεοελληνική εδώ και διακόσια χρόνια εφάρμοσε ως τρόπο συγκρότησής της τη διαδικασία της ατέρμονης προσθαφαίρεσης λεξιλογικών και δομικών στοιχείων αντλούμενων τόσο από τη δική της διαχρονία όσο και από τον ευρωπαϊκό περίγυρο. Όσοι όροι τελικά επιλέγονται, για ιστορικούς και πρακτικούς λόγους, υιοθετούνται και ενσωματώνονται στον επίσημο και τον ανεπίσημο λόγο. Σε διατομή φαίνεται πόσο βαθιά πάει η διαστρωμάτωση του λεξιλογίου αυτού που είναι ποντισμένο στο αρχαιοελληνικό βασικό απόθεμα –που περιλαμβάνει λέξεις, και σήμερα ακόμη κοινότατες, πρωτοκαταγεγραμμένες στη μυκηναϊκή εποχή. Όσο πάλι ανερχόμαστε, γίνεται δεκτός ολοένα και μεγαλύτερος ευρωπαϊκός δανεισμός σε εξειδικευμένα λεξιλόγια. Μιλούμε για το παραγωγικό και λειτουργικό λεξιλόγιο ενός πλήρως ανεπτυγμένου κράτους. Η συγκαιρινή μας Νεοελληνική, σοφά ρυθμισμένη ορθογραφικά από τον Τριανταφυλλίδη, και ύστερα από την εντατική καλλιέργειά της στα γράμματα, τις τέχνες και τις επιστήμες, εκφράζει πλέον τα πάντα με ακρίβεια, γλαφυρότητα και στις πιο λεπτές τους αποχρώσεις. Γλώσσα ταυτόχρονα παραδοσιακή και μοντέρνα, διανύει σήμερα την ευρωπαϊκότερη φάση της: χωρίς να της λείπει τίποτε από τη σύνθετη περίοδο της γερμανικής, από την περίτεχνη κομψοέπεια της γαλλικής ή από τη φονική ακρίβεια της αγγλικής.

Η ενδιάμεση πορεία, ανάμεσα στην αρχή και στο τέλος της διακοσαετίας, φυσικά και δεν διανύθηκε στον αυτόματο πιλότο κι από μόνη της. Η γλώσσα δεν είναι ένα φυσικό, είναι ένα ιστορικό φαινόμενο: κι ό,τι έγινε οφείλεται στον άπειρο μόχθο γενεών συμπατριωτών μας, που, παρά τις έντονες ή και τραγικές συχνά έριδες και διαφωνίες τους, εργάστηκαν με σύστημα και με προοπτική. Το μικροσκοπικό ελληνικό κράτος των 1.200.000 ψυχών προχώρησε με διαρκείς επεκτάσεις του  ε ξ ω τ ε ρ ι κ ο ύ  του χώρου, ως την ολοκλήρωση, μέσα από τις αβάσταχτες και υπέροχες θυσίες του ελληνικού λαού, της σημερινής φυσιογνωμίας του, με τελευταίο μείζον επεισόδιο την ένταξή του στην Ενωμένη Ευρώπη.  Παράλληλα προχωρούσε και  η  ε σ ω τ ε ρ ι κ ή εμβάθυνση του  νεοελληνισμού,  όπως μαρτυρεί η δυναμική γλωσσική ανάπτυξη που περιγράψαμε:  Γιατί η γλώσσα δεν είναι λέξεις. Είναι σύμβολα και έννοιες (ακριβέστερα: πολλαπλά εννοιολόγια για όλες τις επιμέρους χρήσεις της κοινωνίας και της επικοινωνίας) — έννοιες, λοιπόν, που δημιουργήθηκαν την ίδια ώρα και στο ίδιο ποσοστό που ο ελληνισμός παρήγαγε (και παράγει) εθνικό πλούτο, επιστημονική γνώση και πολιτισμό.

ΤΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ βγαίνει μόνο του: Η νεότερη γενιά, που βρέθηκε μέσα σ’ αυτή τη γλωσσική χλιδή, έργο της αφοσίωσης όλων των προηγουμένων, χρέος έχει γλώσσαν νωμάν: δηλαδή, κατά το μότο του ΚΕΓ,  την πλούσια αυτή γλώσσα, που παρήγαγε την αξιοθαύμαστη και αξιανάγνωστη λογοτεχνία και γραμματεία που διαγράψαμε, να την χειρίζεται, προφορικά και γραπτά, με επάρκεια και με τρόπο όχι μηχανιστικό και αντιγραφικό, αλλά ευαίσθητο, δημιουργικό, και παραγωγικό, δηλαδή με τρόπο που θα αυξάνει τον εθνικό πλούτο –και, κατά τον Σολωμό, την ίδια την ελευθερία μας.

[1]  «Το περιεχόμενον [ …] είναι ιδέαι γαλλικαί, ύφος γαλλικόν, σύνταξις γαλλική, φράσεις γαλλικαί, μετημφιεσμέναι εις λέξεις δήθεν ελληνικάς, αλλά φερούσας απάσας γνησίαν και απαραγνώριστον την σφραγίδα του αττικού τυπικού, χωρίς να λείπει ιώτα έν ή μία κεραία» (Βερναρδάκης).