Κάθε χρόνο σε συνεργασία με το RTL, το Lire – Magazine littéraire παρουσιάζει τη διάσημη λίστα του με 100 καλήτερα βιβλία της χρονιάς.

Μεταξή αυτών και το Μαουτχάουζεν του Ιάκωβου Καμπανέλλη που εξέδοσε φέτος ο εκδοτικός οίκος Albin Michel,  μεταφρασμένο από την Solange Festal-Livanis.

Το σημαντικό έργο του Έλληνα θεατρικού συγγραφέα Ιακώβου Καμπανέλλη, που δημοσιεύθηκε στην Ελλάδα το 1963 και κυκλοφόρισαι φέτος στα γαλλικά είχε ήδη τιμηθεί με το τέταρτο βραβείο ξένου βιβλίου που απονέμουν κάθε χρόνο  το Journal du Dimanche και τη Γαλλία Ο Ίντερ.

“Πλήθος οι συγκλονιστικές περιγραφές και τα επεισόδια στο βιβλίο του κ. Καμπανέλλη. Διαβάζοντάς τα αναρωτιέσαι πώς μπορεί ο άνθρωπος να φτάσει σε τέτοιο σημείο αγριότητας και κτηνωδίας, και μάλιστα χωρίς να υποπτεύεται τη φθορά και την πτώση του. Γιατί όλοι τούτοι οι βασανιστές, οι περισσότεροι τουλάχιστον, δεν έπαυσαν να είναι τρυφεροί εραστές, αφοσιωμένοι σύζυγοι, φιλόστοργοι πατέρες. Η διπλή αυτή προσωπικότητα θα παραμένει ένα πρόβλημα, που θα υπαινίσσεται τη χαοτική φύση του ανθρώπου. […] Αλλά εδώ, εκείνο που μας ενδιαφέρει δεν είναι ο πλουτισμός των γνώσεων μας, είναι η αμεσότητα της προσωπικής μαρτυρίας, που μας αναταράζει”.

Βάσος Βαρίκας, “Μορφές βαρβαρότητας. Ιάκ. Καμπανέλλη: Μαουτχάουζεν”
“Το Βήμα”, Κυριακή 12 Ιουνίου 1966

Μαουτχάουζεν

* Στις 5 του Μάη, λίγο πριν από το μεσημέρι, ένα θεόρατο αμερικάνικο τανκ, καπνισμένο και σημαδεμένο από τον πόλεμο, γκρέμισε την πύλη του Μαουτχάουζεν και μπήκε στον περίβολο. Κι αυτό το θεόσταλτο άρμα της ελευθερίας ήταν, λέει, ένα από τα αμέτρητα κι ακατανίκητα της ενδεκάτης ταξιαρχίας αρμάτων της τρίτης αμερικάνικης Στρατιάς που διοικούσε κάποιος σπουδαίος στρατηγός ονόματι Τζώρτζ Πάττον!… Τι ωραία λόγια, τι ουράνιες ειδήσεις… Οι πολεμιστές μας κοίταζαν σαστισμένοι, περήφανοι, περίλυποι… Καλά που κάνανε και μείνανε εκεί ψηλά, στη ράχη του τανκ. Γλιτώσανε από τόσες μάχες. Απ’ τη χαρά μας δε θα γλιτώναμε. Ουρλιάζαμε, ξεσκίζαμε τα ρούχα μας, ταρακουνιόμαστε σαν διαμονισμένοι. Στριμωχνόμαστε, ποδοπατιόμαστε, για να φτάσουμε κοντά στο τανκ. Πολλοί πέφτανε πάνω και φιλούσανε τα καπνισμένα σιδερικά κι άλλοι χτυπούσανε τα κεφάλια τους και κλαίγανε.

Έτος έκδοσης: 1981
ISBN: 978-960-04-0112-7

~ Τον καιρό εκείνο, κάθε Κυριακή που δε δουλεύαμε στέκαμε ώρες ολόκληρες και κοιτάζαμε τις γυναίκες που και κείνες βγαίναν απ’ τ’ αντίσκηνα και μας κοιτάζανε. Η απόσταση που μας χώριζε ήταν μεγάλη. Είναι ζήτημα αν θα μπορούσαμε να συνεννοηθούμε κι αν ακόμη φωνάζαμε. Κάτι τέτοιο φυσικά κανείς δεν ξεθάρρευε να το δοκιμάσει. Ούτε χρειαζόταν. Αυτό το σιωπηλό αλληλοκοίταγμα που περνούσε δυο φράχτες από συρματόπλεγμα δεν είχε ανάγκη από μιλιά. Ήταν οι ώρες του έρωτα στο Μαουτχάουζεν.

Όμως σκέψου… Αυτές οι γυναίκες κι αυτοί οι άντρες που αλληλοκοιτάζονταν σιωπηλά επί ώρες ατελείωτες ήταν ντυμένοι με τα ίδια ριγωτά, ξεθωριασμένα, χιλιοφορεμένα ρούχα του κάτεργου. Τα σώματά τους ήταν πετσί και κόκαλο, τα μαγουλά τους ρουφηγμένα και μαλλιαρά απ’ την αβιταμίνωση. Τα μαλλιά κουρεμένα με μια λουρίδα ξυρισμένη στη μέση, απ’ το κούτελο ως το σβέρκο. Μόνο τα μάτια ήταν πιο μεγάλα και πιο βαθιά από άλλοτε για να χωράει ο φόβος.
Το ηλεκτροφόρο με το ρεύμα υψηλής τάσης και το συρματόπλεγμα με τις σκοπιές δεν ήταν μια απλή τεχνική εγκατάσταση, ένας αδιάβατος φράχτης. Εδώ μια διαταγή όριζε να χωριστεί τελεσίδικα τ’ αρσενικό απ’ το θηλυκό. Μια διαταγή σε μέγεθος μοίρας. Μια διάσπαση του αιωνίου ζεύγους. Ένα παραφύση κόψιμο των από ουρανό και γη ταγμένων να «έσονται εις σάρκαν μίαν

~

* Στο Ες – Ες Στρατόπεδο Συγκεντρώσεως του Μαουτχάουζεν έμεινα κρατούμενος απ’ το καλοκαίρι του 1943 μέχρι το τέλος του πολέμου. Έχουν περάσει είκοσι χρόνια από τότε και μόνο τώρα νιώθω σε θέση να θίξω και να καταγράψω το μέρος αυτό της ζωής μου και της ζωής τόσων άλλων. Σήμερα που βλέπω τη «συνάντηση» του «παρελθόντος» με το παρόν, ξεκαθαρίζουν στη σκέψη μου γεγονότα που δεν είχα καταλάβει. Ίσως να τα κατάλαβα τώρα.

Οι σελίδες αυτές αρχίζουν με την απελευθέρωση του Μαουτχάουζεν, στις 5 Μαΐου 1945.
Με γυρίσματα προς τα πίσω ξαναζωντανεύει η εποχή όπου το Μαουτχάουζεν ήταν Ες-Ες Στρατόπεδο Συγκεντρώσεως και Εξοντώσεως. SS Konzentrazion und Vernichtungs Lager.
Η αφήγηση παρακολουθεί τους απελευθερωμένους ως την ημέρα που πήραν το δρόμο για νέα τους ζωή, στη μεταπολεμική Ευρώπη.
Το «Μαουτχάουζεν» είναι μια «αληθινή» ιστορία, όπως την ξανάζησα τις ώρες που ξανάβλεπα παλιές σημειώσεις και προσπαθούσα να τη «θυμηθώ».

* Αποσπάσματα από το βιβλίο.
** Κείμενο του Ι. Καμπανέλλη για το χρονικό Μαουτχάουζεν, γραμμένο το 1963. από τη σελίδα www.kambanellis.gr/

”Η μπαλάντα του Μαουτχάουζεν”

Το ”Μαουτχάουζεν” του Ιάκωβου Καμπανέλλη κυκλοφόρησε ως βιβλίο το Δεκέμβριος του 1965.

Εκείνο το διάστημα κι ενόσω η έκδοση βρισκόταν στα σκαριά, ο Καμπανέλλης έγραψε και τέσσερα ποιήματα σαν μία σμίκρυνση τεσσάρων αντίστοιχων επεισοδίων από το βιβλίο του. Θέμα των ποιημάτων του ήταν ο έρωτας δυο νέων ανθρώπων, έγκλειστων στο ναζιστικό στρατόπεδο.
Τα έδωσε στο  φίλο του μουσικοσυνθέτη Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος είχε ήδη μελοποιείσει πολλούς Έλληνες ποιητές:  Ο Θεοδωράκης είχε περάσει από γερμανικές φυλακές την ίδια περίοδο με τον Καμπανέλλη και ήταν ευαισθητοποιημένος με τους μύθους του πόνου αλλά και της ελπίδας του συγγραφέα τους.
Το έργο ονομάστηκε ”Η μπαλάντα του Μαουτχάουζεν” και χωριζεται σε τέσσερα τραγούδια, το  ”Άσμα Ασμάτων (Τι ωραία πού’ν’ η αγάπη μου)”, τον ”Αντώνη”, τον ”Δραπέτη” και το ”Όταν τελειώσει ο πόλεμος”, που η ερμηνεύτρια Μαρία Φαραντούρη τραγούδησε ως ”Άμα τελειώσει ο πόλεμος”.

.