Δείτε το ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ της σκηνοθέτριας Αγγελικής Αριστομενοπούλου. Μία παραγωγή της «White Room» σε συνεργασία με το Centre Culturel Hellenique. Την ευχαριστούμε θερμά που έθεσε τη δουλειά της στη διάθεση του κοινού….

 

Αγγελική Αριστομενοπούλου: «Η Νίκη πλανιέται ακόμη στη Σαμοθράκη»

Συνέντευξη στο BHmagazino Κυριακή 7 Ιουνίου 2015

«Η Σαμοθράκη είναι σαν μια πολύ ωραία γυναίκα η οποία άμα θέλει να ασχοληθεί μαζί σου θα σου δώσει τα πάντα αλλά άμα δεν θέλει δεν θα σου δώσει τίποτα. Θα σου γυρίσει την πλάτη, θα σου δώσει και ένα χαστούκι» λέει ο παραγωγός της ταινίας «Σαμοθράκη» Λουκάς Βαλεντής.
Δίπλα του, η σκηνοθέτις Αγγελική Αριστομενοπούλου συμφωνεί. Φαίνεται ενθουσιασμένη με τη νέα της δουλειά.
Μετά την «Ταξιδιάρα ψυχή» και την πολυβραβευμένη ταινία «Μια οικογενειακή υπόθεση» για τους Ξυλούρηδες, αποδέχθηκε με χαρά την πρόταση του Κώστα Γαβρά για ένα ντοκιμαντέρ, το οποίο θα παρουσιάζει το απομονωμένο νησί της Νίκης της Σαμοθράκης.
Ολα ξεκίνησαν το περασμένο καλοκαίρι, όταν το Ελληνικό Πολιτιστικό Κέντρο της Γαλλίας επικοινώνησε με τον κορυφαίο έλληνα σκηνοθέτη. Αφορμή στάθηκε η αναστήλωση του αγάλματος. Στη συνέχεια και αφού η Αγγελική Αριστομενοπούλου ανέλαβε να συνθέσει την ιστορία, επικοινώνησε με τα μέλη της δημιουργικής ομάδας «White Room» και τους ζήτησε να συστήσουν στον κόσμο το νησί μέσα από τη ζωή πέντε ντόπιων κατοίκων. Δεν ήταν εύκολο. Επρεπε να φέρουν στην επιφάνεια τα μυστικά του τόπου καταγωγής ενός αγάλματος που δεσπόζει σε ένα από τα πιο επιβλητικά σημεία του Μουσείου του Λούβρου, ενός αγάλματος που εκατομμύρια τουρίστες από κάθε άκρη του πλανήτη θαυμάζουν κάθε χρόνο χωρίς να γνωρίζουν την πραγματική του ταυτότητα. Επρεπε να καταφέρουν να συστήσουν στο ευρύ κοινό την αληθινή Νίκη της Σαμοθράκης.
Επιπλέον, αυτό το νησί δεν είναι το πιο εύκολο μέρος να γυρίσει κανείς ταινία. Είναι άγριος τόπος, ένα βουνό μέσα στη θάλασσα. Οι εναλλαγές του καιρού μπορούν να ανατρέψουν κάθε πιθανό σχέδιο – αυτή βέβαια είναι και η δύναμή του. Οπως λέει ένας από τους χαρακτήρες, ο κύριος Μάνος, «είναι σαν να έκανε ένα πείραμα ο Θεός πριν φτιάξει τον κόσμο. Ηταν σε αυτό το μικρό νησί, δημιούργησε τα ψηλά βουνά με τα νερά και τα φαράγγια, τα πλατάνια από τη βόρεια πλευρά. Μετά έφτιαξε από τη νότια πλευρά του νησιού την ξεραΐλα των Κυκλάδων, τα βράχια με τις παραλίες και έφτιαξε και από την άλλη πλευρά το μεσογειακό τοπίο με τους ελαιώνες».
Την ώρα του μοντάζ στην οθόνη παρελαύνουν και άλλοι ιδιαίτεροι χαρακτήρες: Η Καρλότα, μια Ισπανίδα η οποία βρέθηκε στη Σαμοθράκη από έρωτα και πλέον ασχολείται με τα αγροτικά, που την τράβηξε μεν η αγάπη «αλλά αν δεν αγαπάς και τον ίδιο τον τόπο δεν μπορείς να μείνεις εδώ», ο κύριοςΧρυσόστομος με τα χέρια που θυμίζουν τσουγκράνες, ο Θανάσης Δεληγιάννης που είναι ταυτόχρονα φούρναρης, ορειβάτης και ποιητής… Τα πλάνα πρέπει τώρα να μπουν σε μια σειρά και να καταφέρουν να διηγηθούν μια ιστορία.

Σας δυσκόλεψε η Σαμοθράκη;
«Πήγαμε αρχές Οκτωβρίου για να κάνουμε τα γυρίσματα και στις τέσσερις ημέρες άρχισαν καταρρακτώδεις βροχές. Εμείς είχαμε πάει με δέκα άτομα συνεργείο και είχαμε κατεβάσει όλον τον εξοπλισμό και τα μηχανήματα. Μαζέψαμε τα πάντα και γυρίσαμε πίσω. Στη συνέχεια, βέβαια, ξανά στα τέλη Απριλίου. Οι άνθρωποι θέλουν χρόνο αλλά όλοι από το δικό τους πόστο είναι υπερβολικά εξυπηρετικοί. Μας βοήθησαν σε οτιδήποτε χρειαστήκαμε, μας φιλοξένησαν στα σπίτια τους, μας μαγείρεψαν…».
 
Μια ιστορία που θυμάστε;
«Ζήσαμε δύσκολες καταστάσεις. Μια ηλιόλουστη μέρα είχαμε κουβαλήσει τα μηχανήματα μαζί με τους εθελοντές που μας βοηθούσαν από το νησί και ετοιμαζόμασταν για το γύρισμα με την Καρλότα. Επρεπε να περπατήσουμε στο φαράγγι του Φονιά που έχει νερά και με το βάρος του εξοπλισμού φαινόταν περισσότερο δύσβατο. Με το που φτάσαμε στο σημείο, μέσα σε δευτερόλεπτα έπιασε καταιγίδα. Αφού λουφάξαμε σε ένα δέντρο, κάποιος ντόπιος μάς είπε να φύγουμε «γιατί θα φουσκώσει το ποτάμι». Γυρίσαμε πίσω. Λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα δεν είχε βρέξει καθόλου».
Τελικά καταφέρατε να αποτυπώσατε τη Σαμοθράκη με τον φακό σας;
«Αυτό το νησί ήταν πάντα ένας απομονωμένος τόπος. Από την άλλη, εκεί έφτιαξαν έναν από τους πιο εντυπωσιακούς αρχαιολογικούς τόπους. Το Ιερό των Μεγάλων Θεών είναι συγκλονιστικό. Εκεί βρέθηκε και η Νίκη της Σαμοθράκης. Αυτό το μυστήριο συμπληρώνει το φυσικό τοπίο, συνθέτει την εικόνα αυτού του νησιού. Από την αρχή που πήγαμε, καταλάβαμε ότι είναι τόσο επιβλητικός ο τόπος και προσπαθήσαμε να το καταγράψουμε. Θέλαμε να κάνουμε μια εικαστική ταινία περισσότερο, ένα εικαστικό ντοκιμαντέρ που μέσα από τις δράσεις των ντόπιων να μπορεί ο θεατής να βιώσει το φυσικό τοπίο».
Το άγαλμα υπάρχει ακόμη κατά μία έννοια στο νησί;
«Η απώλεια του αγάλματος είναι αισθητή, αλλά με έναν περίεργο τρόπο ο κόσμος εκεί είχε επαφή μαζί του. Το γεγονός ότι υπάρχει αυτό το άγαλμα και κοσμεί ένα μουσείο τόσο γνωστό κάνει τη Σαμοθράκη παγκόσμια. Και είναι και σε μια θέση περίοπτη, δεν μπορεί να μην το παρατηρήσει κάποιος που επισκέπτεται το Λούβρο. Κι όμως, το μέρος δεν το γνωρίζουν αρκετοί. Η ταινία πρέπει να γεφυρώσει αυτό το χάσμα μεταξύ του γνωστού μνημείου και ενός τόπου μικρού – κι όμως τόσο ιδιαίτερου -, μιας γωνιάς του Αιγαίου».
Πώς ήταν η συνεργασία σας με τον Κώστα Γαβρά;
«Θυμάμαι που μου είπε «γεια σας, είμαι ο Κώστας Γαβράς και ήθελα να σας μιλήσω…». Εγώ νόμιζα ότι ήθελε να τον βοηθήσω σε μια ταινία δική του, αλλά εκείνος από την αρχή μού ξεκαθάρισε πως «θέλω να κάνετε ό,τι πιστεύετε εσείς στην ταινία σας και εγώ θα είμαι εκεί να το στηρίξω». Οταν τελικά τον γνωρίσαμε στο Παρίσι, στο Λούβρο, εκείνος κουβαλούσε το τρίποδο. Του λέγαμε «κύριε Γαβρά, δεν είναι δυνατόν». Αυτό είναι το συγκλονιστικό με αυτόν τον άνθρωπο. Είναι πολύ απλός, είναι καλλιτέχνης».

Η μουσική έχει θέση στο ξετύλιγμα της ιστορίας, όπως και στις προηγούμενες δουλειές σας;
«Φυσικά, αλλά μια ταινία είναι μια ταινία. Η τελευταία που έκανα για τους Ξυλούρηδες είναι η ιστορία μιας οικογένειας πρώτα απ’ όλα. Απλώς αυτή η οικογένεια έχει σχέση και με τη μουσική. Θέλω να πω ότι όταν φτιάχνεις μια ιστορία, η διαδικασία είναι η ίδια, για εμένα δεν έχει διαφορά».
Ξεχωρίζετε την «Οικογενειακή υπόθεση» ανάμεσα στα «παιδιά» σας;
«Οι Ξυλούρηδες ήταν μια υπόθεση για μια διακριτική οικογένεια, ήταν η ψυχοθεραπεία τριών χρόνων. Οι σχέσεις είναι πολύ έντονες – δεν είναι εύκολο να μπεις σε μια οικογένεια. Χρειάστηκε χρόνος, προσπάθεια, αγάπη, κλάμα… Εχουμε φτάσει σε ένα σημείο που με την οικογένεια του Γιώργη Ξυλούρη αγαπιόμαστε. Οπότε το να βραβευτεί αυτή η ταινία ήταν για εμένα μεγάλη ικανοποίηση και σίγουρα την ξεχωρίζω».
Εχετε και εσείς τη δική σας οικογένεια και δύο παιδιά.
«Ναι, στα τελευταία γυρίσματα είχα και τη Σοφία. Θήλαζα και την είχα πάρει αναγκαστικά μαζί μου. Αλλά αυτό ήθελα να κάνω πάντα. Ξεκίνησα με τη φωτογραφία όταν ήμουν πιτσιρίκα και μετά αποφάσισα από πολύ νωρίς ότι θέλω να ασχοληθώ με το σινεμά. Μετά συνειδητοποίησα ότι το ντοκιμαντέρ είναι ο τομέας που με ενδιαφέρει, οι ιστορίες που βλέπω τριγύρω μου, να γνωρίζω ανθρώπους, να γνωρίζω μέρη. Αυτό μου αρέσει».
Και ποιο είναι το καλύτερο μέρος της διαδικασίας;
«Ολες οι διαδικασίες είναι όμορφες, από τη στιγμή που αρχίζεις να γράφεις στο χαρτί την ταινία. Οταν ξεκινάς και λες ότι δεν υπάρχει περίπτωση αυτό το πράγμα να γίνει ταινία και κάπως μαγικά γίνεται ιστορία. Το υπέρτατο βέβαια είναι όταν βλέπεις το τελικό αποτέλεσμα και μπορείς να πεις ότι «εντάξει, είμαι ευχαριστημένος». Αν δεις και ανταπόκριση από το κοινό, τότε όλα είναι καλά».