Ο Βασίλης Βασιλικός είναι συγγραφέας. Με μια διαφορά: Η γραφή είναι η ύπαρξή του. «Γράφει έστω και βαδίζοντας». Αυτό λένε δύο βαθείς γνώστες του έργου του. Ο Θανάσης Αγάθος και ο Αριστοτέλης Σαΐνης στον τόμο «Περί Λογοτεχνίας και άλλων Δαιμονίων». Θα προσέθετα πως γράφει έστω και κινητοποιημένος στα έδρανα τη Βουλής όπου βρίσκεται από το καλοκαίρι του 2019, επικεφαλής βουλευτής Επικρατείας με την Αξιωματική Αντιπολίτευση. Με βεβαιότητα, τροφοδοτούμενος και κρατώντας νέες σημειώσεις και ημερολογιακές καταγραφές από τη νέα του ιδιότητα. Γιατί μπορεί πάντα ο Βασιλικός να ήταν και η πολιτική συνείδηση της εποχής, κυρίως όμως επέδρασε με εκείνη την πυρετική έγνοια του ενεργού πολίτη και ευαίσθητου παλμογράφου που διαπερνά το ευρύ και ογκώδες έργο του – των 120 βιβλίων μέχρι σήμερα.

Κι έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί στα έδρανα της Εθνικής Αντιπροσωπείας κάθεται ένας συγγραφέας που από το 1953 έχει προσκομίσει τη δική του σελίδα στα γράμματα, έχει καταγράψει άμεσα ή έμμεσα όλα τα γεγονότα της νεότερης Ελλάδας (από τη δολοφονία Λαμπράκη μέχρι τον Κοσκωτά ή τον Στέλιο Καζαντζίδη), χωρίς όμως να εγκλωβίζεται στην επικαιρική γραφή, αλλά με την ικανότητα να είναι σύγχρονος, δηλαδή διαρκής. Ο Βασιλικός έχει προχωρήσει τη γραφή με τις τεχνικές του (μοντάζ ή πολυφωνική αφήγηση) και έχει υπάρξει με την πιο ουσιαστική έννοια κοσμοπολίτης. Ισως γιατί ποτέ δεν εγκατέλειψε το τοπικό.

Σήμερα που ξαναβγαίνουν δύο βιβλία του σε νέες φροντισμένες εκδόσεις, ο Βασίλης Βασιλικός κάνει μια σύνοψη των ημερών, σχολιάζοντας όχι μόνον την πανδημική επικαιρότητα, αλλά και όλα αυτά που τον απασχολούν χρόνια τώρα μέσα από την εργογραφία αλλά και τη δημόσια στάση του. Κάτι ακόμη: στον Βασιλικό χρωστάμε τη θεσμικότητα της ιδιότητας του συγγραφέα. Ούτε του λογοτέχνη, ούτε του χομπίστα. Αντίθετα του βαρέως εργαζομένου πάνω στον κόπο της γραφής και των ιδεών.

Κύριε Βασιλικέ, ξαναβγαίνουν δύο βιβλία σας. Γραμμένα την ίδια εποχή. Πάμε στο πρώτο. «Ο Ανθρωπος με το άδειο». Εγώ έχω την πρώτη έκδοση του 1977 από τον Καστανιώτη, σε εξώφυλλο Δημήτρη Ταλαγάνη. Τώρα εκδίδεται με τη Διάπλαση και το επίμετρο του βαθέος γνώστη του έργου σας Θανάση Αγάθου. Τι θέλατε τότε ακριβώς να πείτε ανατέμνοντας τη σχέση δύο ανδρών, δασκάλου – μαθητή; Μια αμφίσημη ματιά στις ταυτότητες; Μια ελεγεία για το γράψιμο; Για την ιερότητα της φιλίας; Είναι στο κέντρο η αφοσίωση του μαθητή στον δάσκαλο με μια έννοια που σπάνια συναντάμε.

Τη νουβέλα αυτή την έγραψα το 1954, δύο χρόνια μετά την αποφοίτησή μου από το Αμερικανικό Κολέγιο Anatolia στη Θεσσαλονίκη όπου είχε μεταφερθεί μετά τις σφαγές των Αρμενίων το 1915 από τον Κεμάλ Ατατούρκ, των Ποντίων και των Ελλήνων το 1922 στη Σμύρνη. Είχε καθηγητές αυτούς που δεν δέχονταν τα δημόσια και ιδιωτικά σχολεία της χώρας μας καθότι ήταν αριστεροί. Ως «αμερικανικό», το Κολέγιο αυτούς προσελάμβανε. Και έτσι μάθαμε γράμματα. Είχε όμως και 3-4 αμερικανούς καθηγητές, και ένας από αυτούς, ο Ρόι Μόγερ, στον οποίο και αφιερώνω το βιβλίο μου, στάθηκε για μένα ο άνθρωπος που μας μύησε στην αγγλόφωνη λογοτεχνία, διδάσκοντάς μας T.S. Eliot και Φρανζ Κάφκα (μεταφρασμένο στα αγγλικά). Ο ίδιος ήταν και ζωγράφος. Μας έμαθε και για τη ζωγραφική πολλά. Πως π.χ. στο άγαλμα στο Βατικανό του Μιχαηλάγγελου η Παναγία στα γόνατα της οποίας κείται ο νεκρός Χριστός είναι κατά τρία χρόνια νεότερη από τον γιο της. Ο Ρόι μου είχε διηγηθεί στο σχολείο τη ζωή του. Νοσταλγώντας τον δύο χρόνια μετά που αποφοίτησα, κι ενώ εκείνος είχε επιστρέψει στην Αμερική, μυθοποιώντας την, όπως το συνήθιζα, έγραψα τη νουβέλα «Ο άνθρωπος με το άδειο».

Σήμερα ισχύουν στην εποχή μας οι σκέψεις σας εκείνες; Κοινώς, κρατά την επικαιρότητά του ο τότε στοχασμός, ή έχουν μεταβληθεί εντελώς οι σχέσεις των ανθρώπων;

Οι σχέσεις των ανθρώπων, από καταβολής κόσμου, είναι περίπου οι ίδιες. Εκείνο που μεταβάλλεται είναι η ίδια η κοινωνία ως σύνολο ανάλογα με τις εποχές.

Πάμε στο δεύτερο: «Ο θάνατος του Αμερικάνου». Πάλι το 1977 πρωτοεξεδόθη και τώρα το βγάζετε από τις εκδόσεις Νίκας. Το γράψατε με πολυφωνικό μεταμοντέρνο αφηγηματικό μοντάζ και διηγείστε τη δολοφονία ενός αμερικανού ψιλο-πράκτορα στη βάση των ΗΠΑ στην Κρήτη από έναν ντόπιο επιβήτορά του. Πολύ τολμηρό για την εποχή του. Αναρωτιέμαι αν θέλατε να αποδομήσετε τότε μια ισχυρή εικόνα του τότε πολυχρησιμοποιούμενου ως όρου αμερικανικού ιμπεριαλισμού…

Σίγουρα είναι κατά βάθος ο αντιαμερικανισμός που προέκυψε κυρίως μετά τη χούντα. Οπου με Τομ Πάπας και Σπύρο Αγκνιου (αντιπρόεδρο του Νίξον) από τους Γαργαλιάνους είχαμε πολύ υποφέρει επί χούντας. Και φυσικά μέσα από αυτό το docu-fiction με εκνεύριζαν πολύ οι αμερικανικές βάσεις στη Σούδα της Κρήτης.

Το κάνατε πάντα στην πορεία σας. Ξαναγράφατε, ξαναβγάζατε βιβλία σας με άλλον τίτλο, ή ξαναμονταρισμένα εκ νέου ή και ξαναγραμμένα. Τελικά ένα βιβλίο δεν τελειώνει ποτέ;

Ο Σεφέρης είχε πει «είμαστε όλοι αυτοδίδακτοι». Κι εγώ έχοντας γράψει στο μεταξύ πολλά βιβλία διδάχτηκα, εμπειρικά, ότι δεν είναι το θέμα ή το γράψιμο που μετρά, αλλά το μοντάζ στην πεζογραφία όπως και στον κινηματογράφο. Μόνο που στον κινηματογράφο δίπλα στον σκηνοθέτη υπάρχει ο μοντέρ, ενώ στη λογοτεχνία ο συγγραφέας είναι μόνος. Ετσι ξαναμοντάρισα αρκετά βιβλία μου χωρίς να αγγίξω τη γραφή τους. Το μοντάζ, αγαπητέ μου Δημήτρη, είναι το κλειδί. Οπότε και οι τίτλοι καμιά φορά άλλαζαν.

Πώς είναι η βουλευτική σας ιδιότητα; Η ζωή σας στη Βουλή; Νιώθετε πως έχει κάποιο νόημα να βρίσκεται ένας εμβληματικός διανοούμενος στα έδρανα ή τζάμπα ο κόπος;

Ο πατέρας μου υπήρξε βουλευτής Καβάλας το 1936 ως την 4η Αυγούστου εκείνης της χρονιάς. Εγώ είχα αρνηθεί στον Αντρέα Παπανδρέου να κατεβώ υποψήφιος στην Καβάλα, τη γενέτειρά μου. Ομως πέρυσι, όταν τον Ιούνιο μου έκανε την τιμητική πρόταση ο Αλέξης Τσίπρας να είμαι υποψήφιος Επικεφαλής Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, το δέχτηκα αυτοστιγμεί γιατί είχα θυμώσει με το αποτέλεσμα των Ευρωεκλογών του Μαΐου, καθώς επιστρέφαμε σε μια ακραιφνή Δεξιά που η γενιά μου είχε μισήσει.

Εχει πάντως ενδιαφέρον πως παρότι όλα τα χρόνια ήσασταν γύρω ή κοντά στην πολιτική, έστω και με την ιδιότητα του ανατόμου της, ή ακόμη και του υποψηφίου της (π.χ. ΔΗΜΑΡ), τώρα το κάνατε, εννοώ, είστε στην Εθνική Αντιπροσωπεία. Πώς σας έπεισε ο Τσίπρας; Εγώ με τον Βαρουφάκη σάς είχα αφήσει…

Με τον Φώτη Κουβέλη είχαμε και έχουμε πάντα μια ιδιαίτερη σχέση. Τον εκτιμώ σαν άνθρωπο και σαν πολιτικό. (Εχει γράψει και ποίηση στα νιάτα του.) Τον Βαρουφάκη τον γνώρισα αφού είχε παραιτηθεί. Είχα διαβάσει τα βιβλία του πριν τον γνωρίσω, κι έμαθα πολλά από αυτά. Εχει ταλέντο στο γράψιμο. Και ο Αλέξης Τσίπρας, όπως με ρωτάς, όταν μιλάει στη Βουλή, είναι χαρισματικός ο λόγος του. Αυτό είναι ένα προσόν που λίγοι πολιτικοί το έχουν. Καλή άρθρωση, ωραία κίνηση χεριών και το περιεχόμενο κάθε ομιλίας του – ως τώρα δεν έχασα καμιά – ζουμερό, ανθρώπινο, αγωνιώδες για τους μη προνομιούχους. Σίγουρα θα γίνει σύντομα η δεύτερη φορά Αριστερά. Και η μοναδική ξανά σε όλη την Ευρώπη.

Θεωρείτε πως σήμερα υφίσταται η διαίρεση Αριστεράς – Δεξιάς ή ρευστοποιήθηκαν όλα;

Τίποτα δεν ρευστοποιήθηκε. Σήμερα με την επιτελική κυβέρνηση που έχουμε υψώθηκε ένας τοίχος που θα γκρεμίσει ο λαός όταν έρθει η ώρα του, ή όταν έρθει ο κόμπος στο χτένι. Αυτό που συμβαίνει σήμερα με την πρώτη κατοικία είναι έως και εγκληματικό. Τι θέλει ο έλληνας πολίτης; Ενα κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι του και μια σύνταξη. Δεν μπορούν να μας κυβερνούν οι τράπεζες. «Τι κάνει μια τράπεζα; Σου δίνει ομπρέλα όταν έχει λιακάδα και σου την παίρνει όταν έχει βροχή». (Από το βιβλίο «Ο Τραπεζίτης»).

Στον απόηχο της καταδίκης της Χρυσής Αυγής, τελικά ξεμπερδέψαμε με την Ακροδεξιά εν Ελλάδι ή όχι; Ποια η διαφορά της με τους τύπους που δολοφόνησαν τον Λαμπράκη και περιγράψατε με το «Ζ» αφήνοντας εποχή;

Η Ακροδεξιά είναι σαν την πανούκλα. Υποχωρεί κατά καιρούς για να επιστρέψει δριμύτερη. Κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Οσο γι’ αυτούς που δολοφόνησαν τον Λαμπράκη, ξέρουμε τώρα ότι η εντολή κατέβηκε απ’ το παλάτι της Φρίκης ή Φρειδερίκης όπως λεγόταν τότε. Αυτός που την πλήρωσε ήταν όμως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και δεν της το συγχώρησε ποτέ. Γιατί στη δεύτερη θητεία του με τη Μεταπολίτευση ήταν ένας άλλος Καραμανλής, «μεταλλάχτηκε» προς το καλό με την παρισινή 11χρονη αυτοεξορία του.

Απορώ, με τόσα ενδιαφέροντα και πρωτόγνωρα πράγματα που ζούμε, π.χ. πανδημία, όξυνση σε ελληνοτουρκικά, δεν θα είχατε υλικό να γράψετε σήμερα; Καλύτερα που είστε βουλευτής; Αν ήσασταν π.χ. 30 ετών, μπορεί να γράφατε το νέο «Ζήτα», με αφορμή τον Ζακ Κωστόπουλο που δολοφονήθηκε στην Ομόνοια…

Γι’ αυτόν που σίγουρα ήθελα για χρόνια να γράψω και δεν το έκανα ήταν για τη δολοφονία του Τεμπονέρα. Τώρα καλώ τις νέες ταλαντούχες πεζογράφους μας να γράψουν για τον Παύλο Φύσσα. Και λέω τις εξαιρετικές αυτές πεζογράφους που αποκτήσαμε τα τελευταία 30 χρόνια να έχουν το πρότυπο της Μάγδας Φύσσα και να γίνουν, γράφοντας «μάνες-Μάγδες» κι αυτές. Οσο για τον άτυχο Ζακ Κωστόπουλο, ένας νέος Ταχτσής πρέπει να το αναλάβει.

Επειδή ανέφερα την πανδημία, αλήθεια πώς την περνάτε; Πώς είναι η ζωή σας με αυτήν; Το λέω γιατί ως συγγραφέας προφανώς είστε αυτοπειθαρχημένος στον σπιτικό και έγκλειστο βίο, όμως υπήρξατε και αρκετά υπαίθριος στη διαδρομή σας…

Τι να σας πω; «Το Πηγάδι», μια νουβέλα των νιάτων μου, τελειώνει με τη φράση «Οι γιατροί που τον εξέτασαν στην Καβάλα είπαν πως πέθανε από άγνωστο ιό». Ο ίδιος άγνωστος ιός μάς τυραννάει και τώρα. Ο,τι «άγνωστο» δεν πολεμιέται. Ο εχθρός πρέπει να είναι γνωστός. Οι ναζί ήταν «γνωστοί» επί Κατοχής. Γι’ αυτό πολεμήθηκαν. Η Χρυσή Αυγή ήταν κι αυτή γνωστή, γι’ αυτό τιμωρήθηκε. Τώρα διάγω βίο σπιτικό και έγκλειστο και οι μόνες έξοδοί μου ήταν όταν πηγαίνω στη Βουλή των Ελλήνων.

Θα αφήσει κοινωνικό αποτύπωμα ο κορωνοϊός, ή απλώς είναι μια δοκιμασία που διανύουμε;

Βεβαίως και θα αφήσει. Μακάρι να είναι αποτύπωμα και όχι τύπωμα σε σάρκα και οστά.

Ξέρω πως πάντα ενδιαφέρεστε για το βιβλίο ως είδος και ως σύμπτωμα εποχών. Φάνηκε ανθεκτικό εν μέσω πανδημίας, αλλά τα βιβλιοπωλεία είναι σε κρίση, όπως όλα τα μεσαία μαγαζιά. Θα το βρίσκουμε στο μέλλον μόνον από το Internet, θα γίνουν ψηφιακά βιβλιοπωλεία, θα τα βγάζουμε μόνοι μας τα βιβλία; Τι θα γίνει άραγε;

Ωχ! Στερνή μου ερώτηση να σ’ είχα πρώτα! Το παρόν είναι το μέλλον του παρελθόντος. Δεν θέλω και το βιβλίο να ψηφιοποιηθεί. Το βιβλίο είναι ο τυπωμένος λόγος. Εν αρχή ην ο λόγος. Ο λόγος σε περγαμηνή ή «επί χάρτου». Το χαρτί το πιάνεις στα χέρια σου. Το έχεις κοντά στο προσκέφαλό σου ένα βιβλίο. Το ξεφυλλίζεις. Το χαϊδεύεις. Κι όπως φέτος ο χρόνος ολόκληρος είναι έτος Αντώνη Σαμαράκη, ας τελειώσουμε με ένα δίστιχο δικό του: «Τα χέρια δως μου/να κάψουμε τα σύνορα του κόσμου».

Source article dans in.gr «Η Ακροδεξιά είναι σαν την πανούκλα, υποχωρεί για να επιστρέψει δριμύτερη» , 2 novembre 2020